Η εκδίωξη των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης τον Σεπτέμβριο του 1955, η «Νύχτα των Κρυστάλλων» για τον Ελληνισμό, αποτελεί μια μελανή στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Της δίωξης του Ελληνισμού είχαν προηγηθεί και άλλες πράξεις από την πλευρά της Τουρκίας, που παραβίαζαν διεθνείς συνθήκες αλλά και την ανθρώπινη ηθική: απελάσεις, απαγόρευση άσκησης επαγγελμάτων, κατασχέσεις περιουσιών, στρατολόγηση Ελλήνων και η αποστολή τους σε «τάγματα εργασίας», «φορολογία περιουσίας» με την οποία η Τουρκία όρισε κεφαλικό φόρο που έφτανε να είναι διπλάσιος ή και τριπλάσιος της συνολικής αξίας της περιουσίας, ενώ στην περίπτωση που οι Ελληνες δεν κατέβαλλαν τον «φόρο» εντός 15 ημερών, οι Αρχές είχαν δικαίωμα να κατάσχουν την περιουσία τους και άλλα σχετικά «μέτρα».
- Από τον
Θεοφάνη Μαλκίδη*
Μάλιστα, όλα τα παραπάνω έγιναν όταν η πατρίδα μας πολεμούσε τον ναζισμό – φασισμό και ο λαός πέθαινε από την πείνα και τα εκτελεστικά αποσπάσματα, και η Τουρκία διαπραγματευόταν πότε με τον Χίτλερ και πότε με τον Τσόρτσιλ το Αιγαίο, τη Θράκη, την Κύπρο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και ενώ είχε ξεκινήσει ο απελευθερωτικός αγώνας του Ελληνισμού στην Κύπρο, τη νύχτα της 5ης προς την 6η Σεπτεμβρίου 1955, εκρήγνυται βόμβα μέσα στον κήπο του τουρκικού προξενείου της Θεσσαλονίκης, λίγα μέτρα από το φερόμενο ως σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ (φερόμενο γιατί θα πρέπει να αναφερθεί ότι το οίκημα δεν ήταν ποτέ ο τόπος γέννησης του φυσικού αυτουργού της Γενοκτονίας του Ελληνισμού, αλλά μια παραχώρηση – υποχώρηση από την Ελλάδα τη δεκαετία του 1930). Αμέσως μετά την έκρηξη ο κλητήρας του προξενείου έπεσε σε αντιφάσεις και τελικώς ομολόγησε ότι αυτός έβαλε τη βόμβα, προσθέτοντας ότι του την έδωσε ο μουσουλμάνος εκ Θράκης Οκτάι Εγκίν, ο οποίος και ομολόγησε την πράξη του.
Ο Εγκίν αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση και ο Αχμέτ Ομάρ, ο Τούρκος πρόξενος της Κομοτηνής, τον φυγάδευσε στην Τουρκία, ενώ στη συνέχεια ο Εγκίν ανταμείφτηκε με θέσεις στο τουρκικό κράτος, αρχικώς στον ραδιοσταθμό της Κωνσταντινούπολης, στη συνέχεια στη διεύθυνση του αστυνομικού σώματος καθώς και στην Υπηρεσία Πληροφοριών ( ΜΙΤ), ενώ το 1993 διορίστηκε νομάρχης στην Καππαδοκία.
Μετά το συμβάν στη Θεσσαλονίκη, η εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης «Ιnstabul Ekspress» παραποίησε τα γεγονότα και σε συνδυασμό με την τουρκική αντίδραση για τον αγώνα του Κυπριακού Ελληνισμού προέτρεψε σε επεισόδια εναντίον των Ελλήνων με το κράτος, το παρακράτος και τις εθνικιστικές οργανώσεις να αναλαμβάνουν την υλοποίηση του σχεδίου. Πρωταγωνιστικό ρόλο θα κρατήσουν οι εθνικιστικές οργανώσεις και σωματεία, όπως «Η Κύπρος είναι τουρκική».

Μετά τις δολοφονίες των Ελλήνων και τις καταστροφές των ελληνικών περιουσιών, ο πρωθυπουργός Μεντερές κήρυξε στρατιωτικό νόμο, συνελήφθησαν πάνω από 2.000 άτομα, μεταξύ αυτών διανοούμενοι όπως ο Αsiz Nesin, ο Κemal Tahir, ο Νazim Hikmet, ενώ ως υπεύθυνοι των ταραχών θεωρήθηκαν οι κομμουνιστές.
Οι ζημιές που προκλήθηκαν εκτιμήθηκαν από την τουρκική κυβέρνηση στα 70 εκατ. λίρες, ενώ μόνο οι καταστροφές στις εκκλησίες, όπως σημείωσε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, ήταν 150 εκατ. δολάρια. Συνολικά οι ζημιές υπολογίζονται σε πάνω από 300 εκατ. δολάρια. Τελικώς ως αποζημίωση για τις καταστροφές δόθηκαν 3 εκατ. λίρες στα ιδρύματα της Κωνσταντινούπολης, που υπέστησαν σοβαρές ζημιές, ενώ έχει ενδιαφέρον ότι η Ελλάδα δεν έλαβε κανένα μέτρο εναντίον των μουσουλμάνων της Θράκης και δεν σημειώθηκε κανένα επεισόδιο βίας εναντίον τους.
Μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Gursel (27 Μαΐου 1960) το πόρισμα της ανακριτικής ομάδας απέδειξε ότι στα Σεπτεμβριανά στην Κωνσταντινούπολη (και τη Σμύρνη) 250 αστυνομικοί με πολιτικά πήραν μέρος στα γεγονότα. Στις δίκες του Αdnan Menderes και του υπουργού Εξωτερικών Faid Zorlu, που έγιναν από τις 20-10-1960 έως και 5-1-1961, οι δύο πολιτικοί βρέθηκαν ένοχοι και απαγχονίστηκαν για μια σειρά από άλλα αδικήματα και όχι για την ευθύνη τους στην εκδίωξη του Ελληνισμού!
Η προβοκάτσια με τη βόμβα στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, το πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων απέδειξε (άλλη μία φορά) ότι ο παρακρατικός μηχανισμός που έδρασε ήταν οργανικό μέρος του τουρκικού κράτους.
Αποτέλεσμα αυτής της τουρκικής κρατικής – παρακρατικής βίας είναι η εκδίωξη των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1955, που ολοκληρώθηκε το 1964 με τις απελάσεις (η ταινία «Πολίτικη κουζίνα» αναφέρεται σε αυτές).
Η παραδοχή της κρατικής τουρκικής ευθύνης για τα Σεπτεμβριανά πρέπει να αποτελεί για τον Ελληνισμό όρο και προϋπόθεση για την ειλικρινή προσέγγιση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ειδικά την περίοδο αυτή που, ενώ το τουρκικό κράτος αρνείται την ευθύνη του, στην τουρκική κοινωνία γίνονται μεγάλες προσπάθειες ανάδειξης της αλήθειας για τα Σεπτεμβριανά.
Για παράδειγμα, στο έργο της Ντιλέκ Γκιουβέν για τον εθνικισμό, τις κοινωνικές μεταβολές και τις μειονότητες το 1955 γίνεται μια έντιμη τουρκική προσέγγιση για το ζήτημα, αναφέροντας πολλές αλήθειες, μία εξ αυτών ότι το κράτος ήταν πίσω από τα επεισόδια.
Το κινηματογραφικό έργο «Φθινοπωρινός πόνος», βασισμένο στο βιβλίο του Γιλμάζ Καρακογιουνλού, συγγραφέα και βουλευτή του Κόμματος της Μητέρας Πατρίδας, αξιολογήθηκε από τους ειδικούς ως «ειλικρινής συγγνώμη» για όσα συνέβησαν τότε.
Τα Σεπτεμβριανά, η εκδίωξη των Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη, αποτελεί ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και ως τέτοιο πρέπει να αναδειχθεί, με ό,τι σχετικό προβλέπεται σε αντίστοιχες πράξεις που δεν υπάρχει παραγραφή: επανόρθωση, αποκατάσταση, αποζημίωση, δικαιοσύνη. Δυστυχώς, όμως, και αυτό το τουρκικό έγκλημα, επειδή έμεινε ατιμώρητο, επαναλήφθηκε στο ίδιο χώρο το 1964, αλλά και στην Κύπρο το 1974, και οι επίγονοι των θυτών επιθυμούν να το επαναλάβουν και σήμερα.
Μένος εναντίον ιερωμένων, 2.000 βιασμοί γυναικών
Μέσα σε περίπου εννέα ώρες καταστράφηκαν ολοσχερώς 1.004 σπίτια, ενώ άλλα περίπου 2.500 υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Επίσης καταστράφηκαν 4.348 καταστήματα, 27 φαρμακεία, 26 σχολεία, πέντε σύλλογοι, οι εγκαταστάσεις τριών εφημερίδων, 12 ξενοδοχεία, 11 κλινικές, 21 εργοστάσια, 110 ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια, 73 εκκλησίες, ενώ συλήθηκαν πάρα πολλοί τάφοι καθώς και οι τάφοι των πατριαρχών στη Μονή Βαλουκλή. Τουλάχιστον 30 Ελληνες σκοτώθηκαν και εκατοντάδες άλλοι κακοποιήθηκαν. Το μίσος ειδικά εναντίον των ιερωμένων ήταν πρωτόγνωρο, αφού πολλοί από αυτούς ξυλοκοπήθηκαν, άλλοι γυμνώθηκαν και διαπομπεύτηκαν, εξαναγκαζόμενοι να φωνάζουν: «Η Κύπρος είναι τουρκική». Ο επίσκοπος Παμφίλου Γεράσιμος και ο μοναχός Χρύσανθος Μαντάς ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου, ο μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Γεννάδιος παραφρόνησε από τους ξυλοδαρμούς και ύστερα από λίγο χρόνο πέθανε, ενώ ένας διάκονος υπέστη περιτομή.
Εκεί, όμως, όπου ο όχλος έδρασε ανελέητα ήταν εναντίον των Ελληνίδων. Σε 2.000 (!) υπολογίζονται οι βιασμοί, αν και επισήμως καταγγέλθηκαν μόνο 200, για τους ευνόητους λόγους. Επίθεση από οργανωμένες ομάδες δέχτηκε και το ελληνικό προξενείο στη Σμύρνη, το ελληνικό περίπτερο στη διεθνή έκθεση της πόλης, όπου σχίσθηκε η ελληνική σημαία, ενώ οι Ελληνες αξιωματικοί που υπηρετούσαν στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ διασώθηκαν την τελευταία στιγμή.
*Διδάκτωρ Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
