Μία δικαστική διαδρομή που μετρά ήδη περίπου έναν χρόνο πλησιάζει στην κορύφωσή της, με την υπόθεση του θανάτου του Σήφη Βαλυράκη να περνά σήμερα, σε μία από τις πλέον καθοριστικές φάσεις της. Στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο τον λόγο παίρνει ο εισαγγελέας της έδρας, προκειμένου να παρουσιάσει την πρότασή του για την υπόθεση που ξεκίνησε στις 24 Ιανουαρίου 2021 από τη θαλάσσια περιοχή της Ερέτριας.
Σχεδόν έξι χρόνια μετά τον θάνατο του πρώην υπουργού και ιδρυτικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ, δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές εξακολουθούν να συγκρούονται στη δικαστική αίθουσα. Από τη μία βρίσκεται η κατηγορία που αποδίδει τον θάνατο σε εγκληματική ενέργεια και από την άλλη οι δύο κατηγορούμενοι επαγγελματίες ψαράδες, αδέλφια μεταξύ τους, οι οποίοι αρνούνται ότι είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή.
Η σημερινή αγόρευση αποκτά επομένως ιδιαίτερη βαρύτητα. Έχοντας πλέον μπροστά του το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων, των στοιχείων που εισφέρθηκαν στη δίκη και των απολογιών των κατηγορουμένων, ο εισαγγελέας καλείται να τοποθετηθεί επί της ουσίας στο δίλημμα που συνοδεύει την υπόθεση από την πρώτη στιγμή: φόνος ή δυστύχημα;
Η απάντηση που θα δώσει θα αποτυπωθεί στην πρότασή του για το εάν οι δύο ψαράδες πρέπει να κριθούν ένοχοι ή όχι για όσα τους αποδίδονται.
Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές
Το κατηγορητήριο περιγράφει μία έντονη αντιπαράθεση στη θάλασσα, η οποία φέρεται να ξεκίνησε όταν ο Σήφης Βαλυράκης είχε βγει με το φουσκωτό του για ψαροντούφεκο. Σύμφωνα με την κατηγορία, οι δύο ψαράδες βρίσκονταν στο αλιευτικό τους και μετά από λογομαχία με τον πρώην υπουργό η κατάσταση κλιμακώθηκε. Φέρονται να παρεμπόδισαν την πορεία του φουσκωτού του και να πραγματοποίησαν επικίνδυνους ελιγμούς γύρω από αυτό.
Το κατηγορητήριο περιγράφει όσα φέρονται να ακολούθησαν ως εξής: «Ενεργώντας επικίνδυνους ελιγμούς με το αλιευτικό σας γύρωθεν του φουσκωτού του σκάφους, διαπληκτιστήκατε μαζί του και στη συνέχεια, με τη χρήση ενός ξύλινου κονταριού, τον πλήξατε στο πάνω μέρος του κορμιού του τουλάχιστον 2-3 φορές, με αποτέλεσμα αυτός να πέσει χωρίς τη θέληση του στη θάλασσα”.
Η υπόθεση, όμως, δεν σταματά στην πτώση του Σήφη Βαλυράκη στο νερό. Στους δύο κατηγορουμένους αποδίδεται ότι, αφού αντιλήφθηκαν τι είχε συμβεί, αποχώρησαν χωρίς να τον βοηθήσουν και χωρίς να ενημερώσουν τις Αρχές, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν πως είχε ξεκινήσει επιχείρηση για τον εντοπισμό του.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο κατηγορητήριο, «μόλις αντιλήφθηκαν ότι ο Σήφης Βαλυράκης έπεσε στη θάλασσα χτυπώντας στην προπέλα των εν κινήσει σκαφών, απομακρύνθηκαν..εγκαταλείποντας αυτόν αβοήθητο και χωρίς να παράσχουν οποιαδήποτε πληροφορία, καίτοι καλώς γνώριζαν ότι αναζητείτο το θύμα από τις λιμενικές αρχές, παρεμποδίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο οποιαδήποτε έγκαιρη σωστική ενέργεια».
«Δεν ήμασταν καν στη θάλασσα»
Απέναντι σε αυτή την περιγραφή, οι δύο αδελφοί προβάλλουν μία ριζικά διαφορετική θέση. Αρνούνται στο σύνολό της την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση από κοινού σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και υποστηρίζουν ότι δεν βρίσκονταν καν στη θάλασσα τη συγκεκριμένη ημέρα.
Αυτό ακριβώς το χάσμα ανάμεσα στις δύο εκδοχές αποτέλεσε κεντρικό αντικείμενο της ακροαματικής διαδικασίας. Μέσα σε περίπου έναν χρόνο, το δικαστήριο άκουσε σειρά μαρτύρων και εξέτασε μεγάλο όγκο υλικού. Στοιχεία κατατέθηκαν τόσο από την οικογένεια του Σήφη Βαλυράκη όσο και από την πλευρά των δύο κατηγορουμένων, ενώ η διαδικασία σημαδεύτηκε αρκετές φορές από ένταση.
Μετά την ολοκλήρωση αυτού του κύκλου, ο εισαγγελέας καλείται πλέον να συνεκτιμήσει τα δεδομένα και να καταλήξει στη δική του νομική αξιολόγηση.
Αμετακίνητη η οικογένεια Βαλυράκη
Για την οικογένεια του πρώην υπουργού, πάντως, το βασικό ερώτημα έχει απαντηθεί εδώ και καιρό. Οι συγγενείς του παραμένουν πεπεισμένοι ότι ο Σήφης Βαλυράκης υπήρξε θύμα αποτρόπαιας εγκληματικής ενέργειας και όχι ενός θαλάσσιου δυστυχήματος.
Η οικογένεια έχει δώσει σταθερά το «παρών» στη μακρά δικαστική διαδικασία, έχοντας στο πλευρό της σε κάθε δικάσιμο πρώην υπουργούς και στελέχη του ΠΑΣΟΚ.
