Η διεθνής διπλωματική σκηνή βρίσκεται σε κατάσταση ύψιστου συναγερμού, καθώς τα Στενά του Ορμούζ μετατρέπονται στο κρισιμότερο πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με άμεσο αντίκτυπο στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια. Σε μια συντονισμένη προσπάθεια να αποτραπεί η πλήρης οικονομική παράλυση και να αποκατασταθεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία αναλαμβάνουν τα ηνία μιας πολυμερούς πρωτοβουλίας που φιλοδοξεί να δώσει διέξοδο στο αδιέξοδο που έχει προκαλέσει ο αποκλεισμός του θαλάσσιου διαύλου από το Ιράν.
Τα γραφεία του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και του Βρετανού πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ επισημοποίησαν τη διεξαγωγή μιας κρίσιμης βιντεοδιάσκεψης την προσεχή Παρασκευή, 17 Απριλίου 2026. Στη συνάντηση αυτή αναμένεται να συμμετάσχουν εκπρόσωποι από περίπου σαράντα χώρες που εμφανίζονται πρόθυμες να συνεισφέρουν σε μια κοινή αποστολή. Η στρατηγική συνεργασία των δύο ευρωπαϊκών δυνάμεων προβλέπει έναν σαφή διαχωρισμό αρμοδιοτήτων, με το Λονδίνο να ηγείται του διπλωματικού σκέλους και το Παρίσι να αναλαμβάνει τον στρατιωτικό σχεδιασμό για την αξιολόγηση των διαθέσιμων μέσων και του τρόπου ανάπτυξής τους.
Η ατζέντα των συζητήσεων εστιάζει σε τέσσερις βασικούς άξονες που περιλαμβάνουν την υποστήριξη της ασφάλειας στη θάλασσα, την εξέταση αυστηρών οικονομικών κυρώσεων κατά του Ιράν εφόσον επιμείνει στον αποκλεισμό, την άμεση απελευθέρωση των ναυτικών που παραμένουν εγκλωβισμένοι σε πλοία εντός των στενών, καθώς και τη στενή συνεργασία με τη ναυτιλιακή βιομηχανία για την προετοιμασία της επανέναρξης των διελεύσεων.
Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω από την απρόβλεπτη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες μετά τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς της 28ης Φεβρουαρίου έχουν επιβάλει δικό τους ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια.
Παρά την πίεση του Ντόναλντ Τραμπ για διεθνή συμμετοχή στον αμερικανικό αποκλεισμό, η Βρετανία και η Γαλλία ξεκαθαρίζουν ότι δεν προτίθενται να εμπλακούν άμεσα στον πόλεμο, αλλά στοχεύουν αποκλειστικά στη διασφάλιση των διεθνών υδάτων μετά το πέρας των εχθροπραξιών. Ανώτεροι διπλωμάτες επισημαίνουν το παράδοξο της τρέχουσας συγκυρίας, όπου η πιο ασταθής μεταβλητή στην εξίσωση φαίνεται να είναι η ίδια η Ουάσινγκτον.
Την ίδια στιγμή, μια παράλληλη ειρηνευτική προσπάθεια εξελίσσεται με τη συμμετοχή δεκαεπτά χωρών, ανάμεσα στις οποίες βρίσκονται η Ελλάδα και η Κύπρος. Με κοινό τους ανακοινωθέν, οι χώρες αυτές χαιρετίζουν την πρωτοβουλία του Λιβανέζου προέδρου Ζοζέφ Αούν για απευθείας διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ υπό τη μεσολάβηση των ΗΠΑ. Πρόκειται για μια ιστορική στιγμή, καθώς τέτοιου είδους συνομιλίες έχουν να πραγματοποιηθούν από το 1993, παρά τη σημαντική απουσία της Χεζμπολάχ από το τραπέζι των συζητήσεων.
Το κοινό ανακοινωθέν καταδικάζει απερίφραστα τόσο τις επιθέσεις της Χεζμπολάχ κατά του Ισραήλ όσο και τις μαζικές ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο, οι οποίες έχουν προκαλέσει εκατοντάδες θανάτους και χιλιάδες τραυματισμούς. Οι δεκαεπτά χώρες υπογραμμίζουν ότι η συνέχιση των πολεμικών συγκρούσεων θέτει σε άμεσο κίνδυνο την περιφερειακή αποκλιμάκωση και καλούν όλα τα μέρη να αδράξουν τη σπάνια αυτή ευκαιρία για ειρήνη, προκειμένου να σταθεροποιηθεί η ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.



