Ο ιός του Δυτικού Νείλου μεταδίδεται κυρίως μέσω τσιμπήματος μολυσμένων κοινών κουνουπιών
Ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) απευθύνει σύσταση προς τους πολίτες να τηρούν μέτρα προστασίας από τα κουνούπια, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος μόλυνσης από τον ιό του Δυτικού Νείλου, ο οποίος εκτιμάται ότι θα επανεμφανιστεί και κατά τη φετινή περίοδο.
Κάθε χρόνο καταγράφονται περιστατικά λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου σε πολλές χώρες διεθνώς, αλλά και σε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυξημένης παρουσίας κουνουπιών.
Στην Ελλάδα, κρούσματα εμφανίζονται σχεδόν ανελλιπώς από το 2010 και μετά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΟΔΥ, από το 2010 έως και το 2025 έχουν καταγραφεί συνολικά 2.184 περιστατικά λοίμωξης. Ο μέσος ετήσιος αριθμός ανέρχεται σε 123 κρούσματα, ενώ το 71% αφορούσε σοβαρές μορφές της νόσου με προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Παράλληλα, 301 ασθενείς, ποσοστό 14%, κατέληξαν λόγω επιπλοκών της νόσου. Κρούσματα έχουν εντοπιστεί κατά το παρελθόν σε όλες τις Περιφέρειες της χώρας και σε περισσότερους από τους μισούς Δήμους.
Με βάση τα διαθέσιμα επιδημιολογικά δεδομένα, οι ειδικοί θεωρούν αναμενόμενη την επανεμφάνιση περιστατικών και κατά την περίοδο κυκλοφορίας των κουνουπιών το 2026, όπως συμβαίνει άλλωστε σχεδόν κάθε χρόνο.
Πώς μεταδίδεται ο ιός
Ο ιός του Δυτικού Νείλου μεταδίδεται κυρίως μέσω τσιμπήματος μολυσμένων κοινών κουνουπιών. Τα κουνούπια μολύνονται από άγρια κυρίως πτηνά που φέρουν τον ιό. Οι άνθρωποι που νοσούν δεν μεταδίδουν τον ιό σε άλλα άτομα ή σε κουνούπια μέσω άμεσης επαφής.
Στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, οι μολυσμένοι άνθρωποι είτε δεν εμφανίζουν συμπτώματα είτε παρουσιάζουν ήπια νόσηση. Ωστόσο, σε μικρό ποσοστό, κάτω του 1%, η λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή νόσο που επηρεάζει το νευρικό σύστημα, όπως εγκεφαλίτιδα ή μηνιγγίτιδα.
Πιο ευάλωτοι θεωρούνται οι πολίτες άνω των 50 ετών, καθώς και άτομα με ανοσοκαταστολή ή χρόνια νοσήματα, καθώς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών ή ακόμη και απειλητικής για τη ζωή νόσησης. Η προχωρημένη ηλικία παραμένει ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου.
Τα μέτρα πρόληψης που προτείνει ο ΕΟΔΥ
Ο ΕΟΔΥ επισημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με ακρίβεια ποιες περιοχές θα επηρεαστούν από την κυκλοφορία του ιού κατά τους θερινούς και φθινοπωρινούς μήνες, καθώς η επιδημιολογία του επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.
Για τον λόγο αυτό, συστήνεται η συστηματική λήψη ατομικών μέτρων προστασίας σε ολόκληρη τη χώρα, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου δραστηριότητας των κουνουπιών.
Μεταξύ των βασικών οδηγιών περιλαμβάνονται:
- χρήση εγκεκριμένων εντομοαπωθητικών για το σώμα και τον χώρο,
- τοποθέτηση σητών και κουνουπιέρων,
- χρήση ανεμιστήρων ή κλιματιστικών,
- επιλογή ρούχων που καλύπτουν όσο το δυνατόν περισσότερο το σώμα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην απομάκρυνση στάσιμων νερών, όπου αναπαράγονται τα κουνούπια. Οι πολίτες καλούνται να ελέγχουν συστηματικά αυλές, κήπους, μπαλκόνια, ταράτσες και οικόπεδα για πιθανές εστίες λιμναζόντων υδάτων και να τις εξαλείφουν.
Επιπλέον, συνιστάται:
- να αναποδογυρίζονται ή να καλύπτονται αντικείμενα που συγκρατούν νερό,
- να ανανεώνεται συχνά το νερό σε δοχεία,
- να καθαρίζονται υδρορροές και φρεάτια,
- να τοποθετούνται σήτες στους αγωγούς εξαερισμού βόθρων.
Ο Οργανισμός υπογραμμίζει ότι οι ηλικιωμένοι, τα άτομα με χρόνια προβλήματα υγείας και όσοι βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή πρέπει να τηρούν τα μέτρα με ιδιαίτερη συνέπεια.
Παράλληλα, ο ΕΟΔΥ εφαρμόζει ενισχυμένη επιδημιολογική επιτήρηση της νόσου, με στόχο την έγκαιρη ανίχνευση περιστατικών και την άμεση εφαρμογή μέτρων πρόληψης και απόκρισης. Στο πλαίσιο αυτό, ενημερώνονται επαγγελματίες υγείας και πολίτες, διερευνώνται άμεσα τα περιστατικά και υπάρχει συνεχής συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και την τοπική αυτοδιοίκηση, που είναι υπεύθυνη για τα προγράμματα καταπολέμησης κουνουπιών.
Οι δράσεις πρόληψης και διαχείρισης περιγράφονται αναλυτικά στο «Σχέδιο Δράσης για τη λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου» του Υπουργείου Υγείας. Παράλληλα, ειδική διατομεακή Ομάδα Εργασίας αξιολογεί σε πραγματικό χρόνο τα επιδημιολογικά και εντομολογικά δεδομένα, προχωρώντας σε εκτίμηση κινδύνου και χαρακτηρισμό περιοχών ως «επηρεαζόμενων» ή «υψηλού κινδύνου», όπου εφαρμόζονται και ειδικά μέτρα για την ασφάλεια του αίματος.
