Χωρίς τη Ρωσία και υπό αμερικανική κηδεμονία η παρακμή της Ε.Ε. ολοένα και επιδεινώνεται, οδηγώντας την σε αδιέξοδο
Η σοβαρή πολιτική κρίση που έχει ξεσπάσει στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν είναι πλέον αντικείμενο ακαδημαϊκών εικασιών και αναλύσεων. Είναι γεγονός που διαπιστώνεται στις δημοσκοπήσεις, στις κάλπες, στις συζητήσεις, στα έργα και τις ημέρες αυτών που, θεωρητικά, μας κυβερνούν.
- Από τη Μαρία Δεναξά
Η κατανόηση της κατάστασης απαιτεί να διακρίνουμε τα συμπτώματα από τις αιτίες και να εξετάσουμε με αυστηρότητα τι σημαίνουν πραγματικά τα ποσοστά, τα δεδομένα και οι πολιτικές εξελίξεις.
Στη Βρετανία οι τοπικές εκλογές της 7ης Μαΐου επιβεβαίωσαν το μέγεθος της απογοήτευσης των Βρετανών από το Εργατικό Κόμμα του Κιρ Στάρμερ, που βρίσκεται στην εξουσία εδώ και λιγότερο από έναν χρόνο. Ογδόντα βουλευτές του κόμματός του φέρεται ότι έχουν ήδη ζητήσει την παραίτησή του.
Η κατάσταση είναι αρκετά σοβαρή, ώστε το Bloomberg να αναφέρει την προοπτική μιας «καταστροφικής διάλυσης» του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς δεν αποκλείεται στα τέσσερα έθνη της χώρας που το απαρτίζουν να αναδειχθούν αυτονομιστικές κυβερνήσεις. Στη Γερμανία η θέση του Φρίντριχ Μερτς δεν είναι πολύ καλύτερη. Το «The Economist» σημείωνε πρόσφατα ότι η κυβέρνησή του, παρότι βρίσκεται στην εξουσία μόλις έναν χρόνο, «φαίνεται εξαντλημένη».
Οι δημοσκοπήσεις είναι αποκαλυπτικές: το 83% των Γερμανών δηλώνει δυσαρεστημένο από τη δράση του καγκελαρίου, ενώ το ποσοστό αποδοχής του δεν ξεπερνά το 15%. Η δυσαρέσκεια αφορά ιδιαίτερα τη βοήθεια προς την Ουκρανία και τη γραφειοκρατία, δύο ζητήματα που συμβολίζουν το αίσθημα αποσύνδεσης μεταξύ των προτεραιοτήτων που προβάλλουν οι κυβερνώντες και των καθημερινών ανησυχιών των πολιτών.
Κοινωνική δυσαρέσκεια
«Ας μη χαρακτηρίζουμε άμυνα έναν επανεξοπλισμό που αυξάνει τις εντάσεις και την ανασφάλεια, αποδυναμώνει τις επενδύσεις στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη, υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη διπλωματία και πλουτίζει ελίτ που δεν νοιάζονται ιδιαίτερα για το κοινό καλό».
Αυτά τα λόγια του Πάπα Λέοντος, μιλώντας σε φοιτητές στη Ρώμη στις 14 Μαΐου, περικλείουν τη δυσφορία, τη δυσαρέσκεια και την απογοήτευση Βρετανών, Γερμανών αλλά και πολλών Ευρωπαίων, μεταξύ αυτών και των Ελλήνων, απέναντι στις κυβερνήσεις τους και εκφράζουν με ισχυρή, θεσμική γλώσσα όσα προσπαθούν να διατυπώσουν: τη βαθιά διαφωνία για την κατανομή των δημόσιων πόρων, σε μια περίοδο όπου οι επιλογές μεταξύ επανεξοπλισμού, ενεργειακής μετάβασης και κοινωνικών δαπανών γίνονται ολοένα και πιο επώδυνες. Το γεγονός ότι η κριτική προέρχεται και από το Βατικανό λέει πολλά για το μέγεθος της δυσαρέσκειας.
Πίσω από την πολιτική κρίση υποβόσκει μια βαθιά οικονομική κρίση, που οι Ευρωπαίοι ηγέτες δυσκολεύονται να κατονομάσουν. Η ρήξη με τις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες, που αποφασίστηκε το 2022, προκάλεσε μια διαρκή αύξηση του κόστους για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, που επηρεάζει αρνητικά τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα της ηπείρου.
Εξαρτήσεις
«Η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από τις ΗΠΑ για την ασφάλειά της μέσω του ΝΑΤΟ, για τις συναλλαγές της μέσω του δολαρίου και για την ψηφιακή της υποδομή μέσω των αμερικανικών κολοσσών πληροφορικής και cloud computing. Αυτή η αλληλουχία εξαρτήσεων δεν είναι καινούργια, αλλά σήμερα το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αποδυναμώνεται ακόμα περισσότερο από τις εντάσεις ανάμεσα στους Ευρωπαίους ηγέτες και τη διοίκηση Τραμπ» υπογραμμίζει η Γερμανίδα πολιτική αναλύτρια Ουλρίκε Γκερό, που εκτιμά πως το σύνολο των εξαρτήσεων είναι η αιτία που έχει οδηγήσει την Ευρωπαϊκή Ενωση σε αδιέξοδο.
Στα παραπάνω προστίθεται το ζήτημα της ενεργειακής μετάβασης. Η «Washington Post» δημοσίευσε πρόσφατα ένα ιδιαίτερα επικριτικό άρθρο εναντίον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκτιμώντας ότι «οι προσπάθειες προώθησης της πράσινης ενέργειας μεταφράζονται κυρίως σε πολλαπλασιασμό εξωτερικών γραφείων συμβούλων» και ότι αυτή η προσέγγιση «είναι καταδικασμένη σε αποτυχία».
Ανεξάρτητα από τη γνώμη που μπορεί να έχει ο καθένας για το περιεχόμενο της κριτικής της Γκερό, θα πρέπει να ειπωθεί πως μαρτυρά μια αυξανόμενη αμφισβήτηση, ακόμα και σε δηλώσεις ευνοϊκές προς το ευρωπαϊκό ιδεώδες, για την ποιότητα της κοινοτικής διακυβέρνησης.
Η αλλαγή πλεύσης των συμμάχων του Ζελένσκι στο Ουκρανικό
Το ουκρανικό ζήτημα επηρεάζει και εντείνει όλες αυτές τις εντάσεις. Το Politico, που είναι γνωστό για την υποστήριξή του στο Κίεβο, τόνιζε πρόσφατα ότι ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει σταδιακά εξαντλήσει την υπομονή των Ευρωπαίων συμμάχων του με μια στάση που κρίνεται ολοένα πιο απαιτητική και ηθικολογική: «Φέτος έχει υιοθετήσει πολύ πιο σκληρό και αυταρχικό τόνο στις επαφές του με τους συμμάχους του… Θεωρώντας ότι εκείνοι δείχνουν διστακτικότητα, εμφανίζεται αμελής στις σχέσεις του με την Ευρώπη. Και αυτό είναι εκνευριστικό».
Η διαπίστωση του γερμανικού μέσου σηματοδοτεί μια αλλαγή στάσης της δυτικής στήριξης προς την Ουκρανία, ακόμα και από αυτούς που την υπερασπίζονται πιο ένθερμα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, φέρεται ότι έχουν αρχίσει συζητήσεις σε ηγετικό επίπεδο στην Ε.Ε. για το ενδεχόμενο διορισμού ειδικού απεσταλμένου που θα αναλάβει επαφή με τη Μόσχα.
Δύο ονόματα κυκλοφόρησαν: αυτό του πρώην καγκελαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ (απορρίφθηκε ως «υπερβολικά φιλορώσος») και αυτό του νυν Γερμανού προέδρου Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ. Το γεγονός και μόνο ότι γίνονται τέτοιου είδους αναφορές στον ευρωπαϊκό Τύπο αποτελεί σημαντικό πολιτικό μήνυμα προς το Κίεβο.
Αυτό που διακυβεύεται σήμερα στην Ευρώπη δεν είναι απλώς μια περίοδος κακών δημοσκοπήσεων ή απογοητευτικών εκλογικών αποτελεσμάτων. Είναι ένα πιο σημαντικό ζήτημα: σε ποιο βαθμό οι κυβερνήσεις της δυτικής Ευρώπης διαθέτουν ακόμη τα οικονομικά, ενεργειακά, δημοσιονομικά και διπλωματικά περιθώρια ελιγμών που απαιτούνται για να διατηρήσουν ταυτόχρονα μια πολεμική προσπάθεια, ένα πρόγραμμα επανεξοπλισμού, μια ενεργειακή μετάβαση και ένα αποδεκτό επίπεδο κοινωνικής προστασίας για τους πληθυσμούς τους;
Η απάντηση θα καθορίσει την πορεία της ηπείρου για τα επόμενα χρόνια. Και η κοινή ευρωπαϊκή γνώμη, κρίνοντας από τα σήματα που εκπέμπουν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Γαλλία ή η Ιταλία, δεν έχει την πρόθεση να περιμένει παθητικά μέχρι οι ηγέτες τους να δώσουν απάντηση.
