Διεθνές κύκλωμα λαθρεμπορίου και φοροδιαφυγής εκατομμυρίων μέσω «εικονικών» πελατών και πλαστών κωδικών HTS – Πώς το πετρέλαιο από τις ΗΠΑ κατέληγε στα χέρια του CJNG στο Μεξικό, σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του Reuters.
Μια σκοτεινή διαδρομή εκατομμυρίων δολαρίων, στην οποία εμπλέκονται αμερικανικές εταιρείες εμπορίας καυσίμων, ανύπαρκτες εταιρείες-βιτρίνες και ένα από τα πιο αδίστακτα συνδικάτα εγκλήματος στον κόσμο, φέρνει στο φως εκτενής έρευνα του Reuters. Στο επίκεντρο των ερευνών των αρχών των ΗΠΑ και του Μεξικού βρίσκεται η εταιρεία Ikon Midstream με έδρα το Χιούστον του Τέξας, η οποία φέρεται ως ο «κεντρικός μοχλός» σε ένα γιγαντιαίο σύστημα λαθρεμπορίου πετρελαιοειδών που κατέληγε στον έλεγχο του Καρτέλ της Νέας Γενιάς του Χαλίσκο (CJNG).
Το λαθρεμπόριο καυσίμων και το κλεμμένο αργό πετρέλαιο αποτελούν πλέον τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή εσόδων για τα μεξικανικά καρτέλ μετά τα ναρκωτικά. Η κατάσταση έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις, ώστε η αμερικανική κυβέρνηση κατέταξε επίσημα το CJNG στη λίστα των ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων, δίνοντας στους ομοσπονδιακούς εισαγγελείς των ΗΠΑ μεγαλύτερη ευελιξία να κυνηγήσουν όσους παρέχουν υλική υποστήριξη στο καρτέλ.
Το κόλπο με τα «λιπαντικά» και οι εικονικοί πελάτες
Η κομπίνα, σύμφωνα με κυβερνητικά έγγραφα και πηγές ασφαλείας που επικαλείται το Reuters, βασιζόταν σε μια απλή αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική μέθοδο φοροδιαφυγής. Η Ikon Midstream εξήγαγε ντίζελ και νάφθα με δεξαμενόπλοια (όπως το Torm Agnes και το Torm Louise) προς τα μεξικανικά λιμάνια Ενσενάντα και Γουάιμας. Ωστόσο, στα επίσημα έγγραφα των αμερικανικών τελωνείων, τα καύσιμα αυτά δηλώνονταν με κωδικούς HTS που αντιστοιχούν σε «λιπαντικά έλαια».
Η διάκριση αυτή είναι κομβική, καθώς τα λιπαντικά απαλλάσσονται από τους βαρείς εισαγωγικούς δασμούς του Μεξικού. Με αυτόν τον τρόπο, οι εισαγωγείς στο Μεξικό απέφευγαν φόρους εκατομμυρίων δολαρίων. Ενδεικτικά, μόνο σε μία αποστολή του Torm Agnes, η μεξικανική εταιρεία Intanza γλίτωσε περίπου 7 εκατομμύρια δολάρια.
Όταν το Reuters άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι, η Ikon Midstream αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με την Intanza και παρουσίασε τιμολόγια που έδειχναν ως αγοραστή μια άλλη εταιρεία, την Azteca Cone. Η δημοσιογραφική έρευνα του Reuters στο Μεξικό αποκάλυψε όμως τα εξής:
Εταιρείες φαντάσματα: Τόσο η Intanza όσο και η Azteca Cone δεν διαθέτουν τηλέφωνα, ιστοσελίδες ή φυσική παρουσία. Όταν ρεπόρτερ του πρακτορείου επισκέφθηκαν τη δηλωμένη διεύθυνση της Azteca Cone στο Μοντερέι, βρήκαν μια εταιρεία μεταλλουργίας που δεν είχε ακούσει ποτέ το όνομά της.
Απουσία αδειών: Καμία από τις δύο εταιρείες δεν κατείχε ποτέ τις απαραίτητες άδειες του Υπουργείου Ενέργειας του Μεξικού για την εισαγωγή καυσίμων.
Συστηματικές αναστολές: Η μεξικανική φορολογική αρχή (SAT) απέβαλε τελικά και τις δύο εταιρείες από το μητρώο εισαγωγέων, μαζί με άλλες 10 εταιρείες που είχαν συναλλαγές με την Ikon, καθώς πολλές από αυτές κρίθηκαν ως «εταιρείες-φαντάσματα» που εξέδιδαν πλαστά τιμολόγια.
Το δίκτυο μεταφοράς και οι κολοσσοί της ενέργειας
Η εμπλοκή του καρτέλ δεν σταματά στην αγορά των καυσίμων, αλλά επεκτείνεται και στην εφοδιαστική αλυσίδα εντός του Μεξικού. Σύμφωνα με τις μεξικανικές μυστικές υπηρεσίες που επικαλείται το Reuters, η εταιρεία φορτηγών Mefra Fletes, η οποία είχε αναλάβει την εκφόρτωση και μεταφορά του ντίζελ από τα λιμάνια, ελέγχεται από στελέχη με απευθείας διασυνδέσεις με το καρτέλ Jalisco. Η Mefra Fletes και η Ikon Midstream είχαν στενή και μακροχρόνια συνεργασία, ενώ πρώην υπάλληλος της μεξικανικής μεταφορικής εντοπίστηκε να εργάζεται στα γραφεία της Ikon στο Χιούστον.
Η υπόθεση προκαλεί τριγμούς και σε παγκόσμιους ενεργειακούς κολοσσούς. Τα έγγραφα επιθεώρησης δείχνουν ότι ο προμηθευτής των καυσίμων της Ikon ήταν η Exxon Mobil (και η θυγατρική της Imperial Oil). Μόλις το τοπίο άρχισε να ξεκαθαρίζει στα μέσα του 2025, η Exxon διέκοψε εσπευσμένα κάθε συνεργασία με τον trader του Τέξας, ενώ και η δανέζικη ναυτιλιακή Torm σταμάτησε να της ναυλώνει δεξαμενόπλοια.
Οι έφοδοι του Homeland Security και η υπερασπιστική γραμμή
Η αντίδραση των αμερικανικών αρχών ήταν δυναμική. Όπως επιβεβαίωσε εκπρόσωπος της υπηρεσίας στο Reuters, στις 14 Απριλίου, πράκτορες του Homeland Security (HSI) πραγματοποίησαν αιφνιδιαστική έφοδο και έκαναν φύλλο και φτερό τα γραφεία της Ikon Midstream στο Χιούστον, στο πλαίσιο διεθνούς ποινικής έρευνας.
Από την πλευρά της, η διοίκηση της Ikon Midstream, διά του επικεφαλής της Rhett Kenagy, απορρίπτει τις κατηγορίες κάνοντας λόγο για «φήμες» και έχει καταθέσει μάλιστα αγωγή για συκοφαντική δυσφήμηση κατά του Reuters, το οποίο με τη σειρά του εμμένει στο ρεπορτάζ του και προσβάλλει δικαστικά την αγωγή. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η ευθύνη για το τι δηλώνεται στα τελωνεία ανήκει αποκλειστικά στον εισαγωγέα.
Ωστόσο, σε ανακοίνωσή της προς το πρακτορείο, η Ikon αναγκάστηκε να ανακρούσει πρύμναν σχετικά με τα έγγραφα της HTS, παραδεχόμενη ότι έκανε λάθος στις δηλώσεις των προϊόντων προς το αμερικανικό τελωνείο. Χαρακτήρισε τις επανειλημμένες λανθασμένες καταγραφές ως «υπαλληλικά λάθη» (clerical mistakes) χωρίς δόλο, επιμένοντας ότι δεν είχε σκοπό τη φοροδιαφυγή. Παρ’ όλα αυτά, πρώην στελέχη της αμερικανικής υπηρεσίας τελωνείων (CBP) επισημαίνουν στο Reuters ότι η ταυτόσημη χρήση λανθασμένων κωδικών και στις δύο πλευρές των συνόρων αποτελεί ξεκάθαρο «κόκκινο συναγερμό» που δύσκολα μπορεί να αποδοθεί σε απλή αμέλεια.
