Ο σκεπτικισμός για το κατά πόσο είναι επωφελές για την κατάπαυση του πυρός η συνεχής αποστολή όπλων στην Ουκρανία εξαπλώνεται στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η Ελλάδα παραμένει ο “πιστός” υποστηρικτής του Ζελένσκι παρά το ότι το φορτωμένο εκρηκτικά ντρόουν παραλίγο να τινάξει τη Λευκάδα στον αέρα, όμως σε ευρωπαϊκό επίπεδο η υποστήριξη σε όπλα αναθεωρείται. Και δυστυχώς η κυβέρνηση δείχνει να επιμένει τυφλά στην ενεργό εμπλοκή σε έναν πόλεμο που μοιάζει να μην έχει τέλος, σε βάρος των εθνικών συμφερόντων μας.
Χαρακτηριστική περίπτωση η Βουλγαρία που ανακοίνωσε επίσημα τη διακοπή της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία σύμφωνα με το Politico. Η απόφαση αυτή έρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα των πολιτικών ανακατατάξεων μετά τις εκλογές του Απριλίου, με τη νέα κυβέρνηση του Ρούμεν Ράντεφ να υιοθετεί μια εμφανώς πιο επιφυλακτική στάση απέναντι στην εμπλοκή της χώρας στη σύρραξη.
Ο υπουργός Άμυνας, Ντίμιταρ Στογιάνοφ, υπογράμμισε ότι η στρατιωτική οδός έχει φτάσει στα όριά της, χαρακτηρίζοντας τη συνεχιζόμενη αποστολή οπλισμού ως παράγοντα που απλώς διογκώνει τις ανθρώπινες απώλειες σε έναν πόλεμο φθοράς. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρωθυπουργός Ράντεφ, επικαλούμενος τη δική του στρατιωτική εμπειρία, ως πρώην πιλότος στρατιωτικών μαχητικών, τάσσεται υπέρ της άμεσης έναρξης ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, προτείνοντας μάλιστα στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.
Παρά την απόφαση για «πάγωμα» των στρατιωτικών ενισχύσεων, η Σόφια βαδίζει σε μια λεπτή ισορροπία. Επιθυμώντας να αποφύγει μια ρήξη με τις Βρυξέλλες, από τις οποίες εξαρτάται η οικονομική σταθερότητα της χώρας, η βουλγαρική ηγεσία επιχειρεί να διαφοροποιηθεί χωρίς να προκαλέσει ευθεία διπλωματική κρίση.
Σε μια κίνηση που προκαλεί αίσθηση, η κυβέρνηση παρουσίασε παράλληλα ένα φιλόδοξο εξοπλιστικό πλάνο. Η Βουλγαρία σκοπεύει να εκτοξεύσει τις εθνικές στρατιωτικές της δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, ένα ποσοστό-ρεκόρ που υπερβαίνει κατά πολύ τις δεσμεύσεις του ΝΑΤΟ, θέτοντας ως απόλυτη προτεραιότητα τη θωράκιση των δικών της ενόπλων δυνάμεων αντί για την ενίσχυση του Κιέβου.
