Στην πολιτική οι λέξεις δεν έχουν καμία αξία. Μόνο τα αποτελέσματα μετράνε. Στην υπόθεση, λοιπόν, των «τεταμένων» σχέσεων μεταξύ του Αμερικανού προέδρου και του Μπενιαμίν Νετανιάχου φαίνεται πως δεν υπάρχει καμία πραγματική ρήξη, μιας και οι ΗΠΑ συνεχίζουν να στηρίζουν πλήρως τις ισραηλινές ενέργειες στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και στον Λίβανο.
- Από τη Μαρία Δεναξά
Οι αεροπορικές επιδρομές, για παράδειγμα, της 19ης Ιουνίου σε Τύρο, Ναμπατιέ και στην ευρύτερη περιοχή του νότιου Λιβάνου, με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες, πραγματοποιήθηκαν μόλις δύο ημέρες μετά την υπογραφή του μνημονίου συνεννόησης των ΗΠΑ με το Ιράν.
Ο αμερικανικός Τύπος αλλά και ο Τύπος διεθνώς, που προ πολλού έχουν εγκαταλείψει τις αρχές της δημοσιογραφίας υπέρ της άνεσης της προνομιακής πρόσβασης στο επίσημο αφήγημα, αντί να υπογραμμίσουν τις αντιφάσεις ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις, πρόσφεραν άλλο ένα επεισόδιο αυτής της πολεμικής σειράς κομμένο και ραμμένο στο σενάριο του Λευκού Οίκου.
«Ο Τραμπ είναι εξοργισμένος με τις ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο. Ο Αμερικανός πρόεδρος είναι αναστατωμένος. Ο Τραμπ ούρλιαξε στο τηλέφωνο». Σε ένα podcast, ο πρόεδρος των ΗΠΑ αφηγήθηκε πως «υπενθύμισε» στον Ισραηλινό πρωθυπουργό ότι χωρίς την αμερικανική προστασία το Ισραήλ απλώς δεν θα υπήρχε και άφησε τη διαρροή να διαδοθεί σε έναν άπληστο Τύπο που διψάει να μετατρέψει μια φαινομενική διαφωνία σε ένα ηθικό δράμα.
Την ίδια ώρα ο Αμερικανός αντιπρόεδρος, Τζέι Ντι Βανς, πολλαπλασίασε τις εμφανίσεις του στις κυριακάτικες εκπομπές για να υποδυθεί τον απογοητευμένο από το Ισραήλ, επιδεικνύοντας προσποιητή ανησυχία για «έναν σύμμαχο που βρίσκεται σε δύσκολη θέση» και που, όπως είπε, «πρέπει να ξυπνήσει!».
Σκηνοθεσία
Ομως από το βήμα της αίθουσας Τύπου του Λευκού Οίκου, σε μια στιγμή απροσδόκητης ειλικρίνειας, ο Βανς κατέστρεψε την όλη σκηνοθεσία. Ολοκληρώνοντας τις δηλώσεις του για τη συμφωνία με το Ιράν, προειδοποίησε τους Ισραηλινούς επικριτές του μνημονίου συνεννόησης ότι ο Τραμπ παραμένει ο μόνος ξένος ηγέτης που εξακολουθεί να υποστηρίζει το Ισραήλ και ότι οι ΗΠΑ είναι ο μοναδικός ισχυρός σύμμαχος της χώρας τους, λέγοντας: «Τα δύο τρίτα των αμυντικών όπλων που έχουν προστατεύσει την πατρίδα σας (το Ισραήλ) κατασκευάστηκαν από Αμερικανούς και χρηματοδοτήθηκαν από τους Αμερικανούς φορολογουμένους».
Σε μία και μόνο φράση ο Αμερικανός αντιπρόεδρος αποκάλυψε ολόκληρη τη δομή του θεάτρου του παραλόγου. Οι βόμβες που έπεσαν στην Τύρο στις τέσσερις το ξημέρωμα της περασμένης Παρασκευής ήταν αμερικανικές. Οι μη κατευθυνόμενες βόμβες σχεδόν ενός τόνου που εξαΰλωσαν ολόκληρα κτίρια στην Νταχίγια ήταν αμερικανικές. Οι βόμβες διάτρησης οχυρώσεων (bunker-busters) που τρύπησαν τα τσιμεντένια πατώματα στα νότια προάστια της Βηρυτού ήταν αμερικανικές.
Τα F-35 που τις μετέφεραν, τα συστήματα καθοδήγησης που τις πλοήγησαν, τα δεδομένα στοχοποίησης που επέτρεψαν την επιλογή τους, όλα αυτά ήταν αμερικανικά. Οι νεκροί, φυσικά, είναι κάτοικοι του Λιβάνου. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υπάρχει σύγκρουση και διάσταση απόψεων ανάμεσα σε έναν «βασιλιά» και τον οικονόμο του. Τον Ιανουάριο, προτού ακόμη αρχίσει ο πόλεμος κατά του Ιράν, η κυβέρνηση Τραμπ έδωσε το πράσινο φως για σχεδόν επτά δισεκατομμύρια δολάρια σε νέες μεταφορές όπλων προς το Ισραήλ, στα οποία προστέθηκαν εννέα δισεκατομμύρια δολάρια σε πυραύλους Patriot για τη Σαουδική Αραβία.
Εφοδιασμός
Στα τέλη Απριλίου, σε μία μόνο εικοσιτετράωρη επιχείρηση εφοδιασμού, το Πεντάγωνο παρέδωσε στο Ισραήλ, διά θαλάσσης και από αέρος, περίπου έξι χιλιάδες πεντακόσιους τόνους πυρομαχικών και εξοπλισμού. Στις 2 Μαΐου, ενώ οι κάμερες κατέγραφαν τα οργισμένα τηλεφωνήματα και τα ξεσπάσματα στο Truth Social του Αμερικανού προέδρου για τη διαχείριση του πολέμου, με αποδέκτη την ισραηλινή ηγεσία, η κυβέρνηση Τραμπ παρέκαμπτε διακριτικά τη συνήθη κοινοβουλευτική διαδικασία ελέγχου για να επιταχύνει την παράδοση ενός νέου πακέτου «έκτακτης ανάγκης» που ξεπερνούσε τα 8,6 δισ. δολάρια και περιλάμβανε πυραύλους αεράμυνας, συστήματα αντιπυραυλικής προστασίας και κιτ μετατροπής ρουκετών σε όπλα ακριβείας με καθοδήγηση λέιζερ προς το Ισραήλ και τις μοναρχίες του Κόλπου.
Η στρατιωτική στήριξη της ισραηλινής ηγεσίας, με λίγα λόγια, δεν επιβραδύνθηκε, αντίθετα εντάθηκε και επιταχύνθηκε. Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται για μια σχέση σε κρίση, αλλά για μια σχέση αλλά για μια σχέση που λειτουργεί ακριβώς όπως έχει σχεδιαστεί. Η παράδοση πυρομαχικών προς το Ισραήλ αυξήθηκε επί Τραμπ, αντί να μειωθεί. Οι ευγενικές ανθρωπιστικές φαντασιώσεις που η κυβέρνηση Μπάιντεν προσποιούνταν κατά καιρούς ότι εφαρμόζει έχουν πλέον επισήμως εγκαταλειφθεί, οι μπουλντόζες που ισοπεδώνουν σπίτια των Παλαιστινίων στην Τουλκαρέμ φτάνουν πλέον με την ευλογία ενός Λευκού Οίκου που αποφάσισε να πάψει να προσποιείται.
Οταν λοιπόν οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ωρύονται δημοσίως για έναν Νετανιάχου που υποτίθεται ότι δεν μπορούν να ελέγξουν (ο οποίος μάλιστα τη Δευτέρα δήλωσε πως ο ισραηλινός στρατός θα μείνει στον Λίβανο όσο χρειαστεί) αποκαλύπτουν -ίσως στη μοναδική στιγμή ειλικρίνειας αυτής της παράστασης- την πραγματική αντίφαση: αποφασίζουν να στηρίξουν και να χρηματοδοτήσουν τις ισραηλινές επιχειρήσεις, ενώ ταυτόχρονα επιχειρούν να αποποιηθούν την ευθύνη των συνεπειών τους. Το δημόσιο κατηγορητήριο εναντίον του Νετανιάχου λειτουργεί ως άλλοθι. Η πολιτική κάλυψη και η απαλλαγή από την ευθύνη είναι η πραγματική επίσημη γραμμή.
Σε τι χρησιμεύει αυτό το θέατρο;
Το μελόδραμα Τραμπ – Νετανιάχου δεν έχει στόχο να περιορίσει το Ισραήλ στη στρατιωτική του εκστρατεία. Σκοπεύει να χειραγωγήσει τη δυτική κοινή γνώμη. Κοινά που, σε άλλη περίπτωση, θα αγανακτούσαν βλέποντας μανάδες να ανασύρουν τα παιδιά τους νεκρά από τα ερείπια, μπορούν να ηρεμήσουν με την ιδέα ότι κάποιος, κάπου στην Ουάσινγκτον, αγανακτεί για λογαριασμό τους.
Οι διαρροές ύβρεων και οι οργισμένες αναρτήσεις δίνουν την ψευδαίσθηση μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε έναν απρόθυμο αυτοκράτορα και τον ανεξέλεγκτο προστατευόμενό του. Αυτή η ψευδαίσθηση είναι το ζητούμενο. Οι βόμβες συνεχίζουν να πέφτουν. Οι νεκροί αυξάνονται. Αλλά η συνείδηση της αυτοκρατορίας παραμένει ήσυχη, καθώς η καταναλωτική της καθημερινότητα δεν διαταράσσεται από το ηθικό βάρος της αιματοχυσίας. Είναι το παλαιότερο τελετουργικό εξουσίας: η σκηνοθεσία της μεταμέλειας χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Η ρωμαϊκή Σύγκλητος μπορούσε να θρηνεί για την καταστροφή της Καρχηδόνας, ενώ έριχνε αλάτι στα χωράφια της.
Το βρετανικό Κοινοβούλιο μπορούσε να ψηφίζει ανθρωπιστικά ψηφίσματα κατά τη διάρκεια του λιμού της Βεγγάλης, ενώ τα πλοία φορτωμένα με σιτηρά έπλεαν προς την Ευρώπη. Τα ίδια τεχνάσματα επαναλαμβάνονται και σήμερα από μια τάξη επαγγελματιών «μετανοούντων». Πρόκειται για ανθρώπους που ασκούν εξουσία, εμφανίζονται στα τηλεοπτικά πάνελ και στους διαδρόμους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, εκφράζοντας λύπη ή διαφωνία για τις συνέπειες των επιλογών τους, ενώ την ίδια στιγμή συνεχίζουν να υπηρετούν και να εφαρμόζουν τις ίδιες καταστροφικές πολιτικές. Μετανιώνουν δημόσια για πράγματα που στην πράξη δεν είναι διατεθειμένοι να σταματήσουν να κάνουν.
