Η μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα φαίνεται να εξελίσσεται σε διπλωματικό παζάρι, ανάμερα σε Μαρόκο και Ισπανία, με το Ραμπάτ να αναλαμβάνει ξεκάθαρη αντεπίθεση.
Μέσω των δηλώσεων ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου του, το Μαρόκο αποποιείται κάθε ευθύνη για τη διείσδυση περίπου 60.000 ατόμων τον περασμένο μήνα, υπενθυμίζοντας στην Ισπανία ότι η αρχή του προβλήματος ξεκινά από το ίδιο το ισπανικό δικαστικό σύστημα.
Ειδικότερα, η απόφαση της 8ης Ιουλίου, η οποία απαγόρευε τις άμεσες επαναπροωθήσεις μεταναστών που φτάνουν από τη θάλασσα, προκάλεσε τη μεταφορά πληροφοριών από τα κυκλώματα διακίνησης ήδη από τις 22 Ιουλίου.
Σύμφωνα με τον Μαροκινό αξιωματούχο, η ισπανική πλευρά είχε ενημερωθεί εγκαίρως για τον κίνδυνο μιας «ηθελημένης παρανόησης» αυτής της απόφασης, που έρχεται σε άμεση αντίθεση με τα λεγόμενα του Ισπανού Πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος είχε αποδώσει την κρίση αποκλειστικά σε φήμες των μαφιών.
Από την πλευρά του, το Ραμπάτ απορρίπτει κατηγορηματικά τα σενάρια περί σκόπιμης αδράνειας των δυνάμεών του. Υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε καμία μείωση της αστυνομικής παρουσίας στα σύνορα με το Φνιντέκ.
Παράλληλα, θέτει ένα ηθικό ζήτημα ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης. Υποστηρίζει ότι η χρήση αδύναμης βίας εναντίον χιλιάδων ανθρώπων δεν ήταν ούτε εφικτή ούτε κατανοητή προσέγγιση.
Ταυτοχρόνως, το Μαρόκο επιδιώκει να αναδείξει το βάρος που φέρει, αναφέροντας το κόστος των 500 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως για τη διαχείριση των ροών. Η επίσημη θέση του Ραμπάτ κλείνει με μια διακριτική αλλά ξεκάθαρη μεταφορά της ευθύνης.
Η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών παραμένει άρτια, ωστόσο είναι πλέον υποχρέωση της ισπανικής κυβέρνησης να διαχειριστεί τα πολιτικά και πρακτικά παράπλευρα θύματα που δημιούργησε η ίδια της η δικαιοσύνη.
