Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν υπέγραψαν κοινή αμυντική συμφωνία στη Μέκκα, γεγονός που επισφραγίζει την ενίσχυση των δεσμών ανάμεσα στις σουνιτικές μουσουλμανικές δυνάμεις που είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Παραμένει ωστόσο ασαφές ποιες ακριβώς θα είναι οι υποχρεώσεις της κάθε χώρας στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, καθώς και ο βαθμός στον οποίο θα επιδράσει στην ευρύτερη περιφερειακή κρίση.
Οι τρεις χώρες μοιράζονται κοινούς προβληματισμούς σχετικά με την αστάθεια που επικρατεί στη Μέση Ανατολή, τον ρόλο του σιιτικού Ιράν, καθώς και την αυξανόμενη επιθετικότητα του Ισραήλ.
Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο ισχυρότερο στρατό της Συμμαχίας του ΝΑΤΟ, η Σαουδική Αραβία αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη του Κόλπου και έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγείς πετρελαίου παγκοσμίως, ενώ το Πακιστάν παραμένει η μόνη μουσουλμανική χώρα που κατέχει πυρηνικά όπλα.
Ο Πακιστανός πρωθυπουργός Σαμπάζ Σαρίφ, έχοντας στο πλευρό του τον ισχυρό αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων Ασίμ Μουνίρ, μαζί με τον Τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν, αναμένεται να συναντηθούν με τον διάδοχο πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, σε μια περίοδο όπου η Σαουδική Αραβία δέχεται πλήγματα τόσο από το Ιράν όσο και από τους Χούθι, συμμάχους της Τεχεράνης στην Υεμένη.
Η υπογραφή της συμφωνίας έρχεται μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, ενώ προηγήθηκε δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, σύμφωνα με την οποία η Άγκυρα τάσσεται υπέρ της δημιουργίας μιας ευρύτερης πλατφόρμας περιφερειακής ασφάλειας, με στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας και της σταθερότητας στην περιοχή.
Ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο, Πακιστάν και Σαουδική Αραβία είχαν συνάψει διμερή αμυντική συμφωνία που προκάλεσε ερωτηματικά, δεδομένου ότι το Ισλαμαμπάντ διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο. Η συμφωνία αυτή ορίζει πως επίθεση εναντίον της μίας χώρας θα θεωρείται επίθεση και κατά της άλλης, προβλέποντας τη χρήση «όλων των διαθέσιμων στρατιωτικών μέσων», όπως ανέφερε αξιωματούχος από τη Σαουδική Αραβία. Στην πράξη, ωστόσο, το Πακιστάν απέφυγε να εμπλακεί στρατιωτικά στον πόλεμο με το Ιράν, παρά τις επανειλημμένες ιρανικές επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικού εδάφους.
Τόσο η Τουρκία όσο και το Πακιστάν έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να μείνουν εκτός ευθείας στοχοποίησης στη διάρκεια της τρέχουσας σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, διατηρούν ωστόσο έντονο ενδιαφέρον για την αποκλιμάκωση της έντασης, καθώς αυτή απειλεί τόσο την ασφάλεια όσο και την οικονομική τους σταθερότητα.
Για τη Σαουδική Αραβία, οι επιπτώσεις της κρίσης —η οποία ξεκίνησε έπειτα από τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου κατά του Ισραήλ— είναι ιδιαίτερα σοβαρές: έχουν πληγεί τόσο οι εξαγωγές πετρελαίου όσο και μεγάλα αναπτυξιακά σχέδια της χώρας, ενώ έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση και η αξιοπιστία της αμερικανικής προστασίας απέναντι στις απειλές που αντιμετωπίζει το Ριάντ.
Σύμφωνα με πακιστανικές πηγές, η νέα συμφωνία θα επικεντρωθεί στην από κοινού παραγωγή οπλικών συστημάτων, αξιοποιώντας τη σαουδαραβική χρηματοδότηση, την τουρκική τεχνογνωσία και την πακιστανική στρατιωτική εμπειρία.
Το Πακιστάν έχει, εδώ και δεκαετίες, προσφέρει εκπαίδευση και τεχνική υποστήριξη στις ένοπλες δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας. Στο πλαίσιο της αμυντικής τους συνεργασίας, έχει αναπτύξει στρατιωτικό προσωπικό, αεροσκάφη, drones και συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας σε σαουδαραβικό έδαφος.
Παράλληλα, Τουρκία και Πακιστάν έχουν ανταλλάξει πολεμικά πλοία και εκπαιδευτικά αεροσκάφη στο πλαίσιο της αμυντικής τους σχέσης.
Το 2023, το Ριάντ είχε συμφωνήσει στην αγορά τουρκικών drones, μια συμφωνία που η Άγκυρα χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη εξαγωγική της επιτυχία στον αμυντικό κλάδο.
