Νέα έρευνα του Bloomberg φέρνει στο φως σοβαρά στοιχεία εις βάρος της 23χρονης Φίμπι Γκέιτς, σχετικά με τη λειτουργία της startup Phia, την οποία συνιδρυσε με τη Σοφία Κιάνι. Η εταιρεία αντιμετωπίζει κατηγορίες για την αθέμιτη πρακτική του «cookie stuffing», με σκοπό να εισπράττει προμήθειες από ηλεκτρονικές πωλήσεις καταναλωτών που δεν χρησιμοποιούσαν καν τις υπηρεσίες της.
Ενώ η ηγεσία της Phia είχε ισχυριστεί τον περασμένο Ιούλιο πως ανακάλυψε το τεχνικό ζήτημα «τις τελευταίες 24 ώρες», τα εταιρικά δεδομένα και οι διαρροές συνομιλιών στο Slack αποδεικνύουν ότι οι συνιδρύτριες γνώριζαν την κατάσταση εδώ και μήνες.
Το λογισμικό της Phia λειτουργεί ως browser extension (επέκταση περιηγητή) που αναζητά εκπτωτικά κουπόνια στα e-shops. Υπό κανονικές συνθήκες, όταν ένας χρήστης εφαρμόζει έναν κωδικό, τοποθετείται ένα ψηφιακό ίχνος (cookie) που πιστώνει την πώληση στην πλατφόρμα. Ωστόσο, η εφαρμογή φέρεται να «φύτευε» αυτόματα cookies στους υπολογιστές των καταναλωτών, καταγράφοντας έσοδα από συναλλαγές στις οποίες δεν είχε καμία απολύτως συμμετοχή.
Σύμφωνα με τη δικηγόρο Άριελ Γκίβνερ, η συγκεκριμένη μέθοδος μπορεί να διωχθεί από την αμερικανική δικαιοσύνη ως ομοσπονδιακή απάτη μέσω ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ένα τέτοιο αδίκημα επισύρει ποινές φυλάκισης που φτάνουν έως και τα 20 έτη, παράλληλα με την επιβολή προστίμων και αποζημιώσεων.
Το δημοσίευμα αποκαλύπτει ότι η επίμαχη λειτουργία εφαρμοζόταν σε πωλήσεις μεγάλων brands, όπως η Nike, η Gap και η Nordstrom, τουλάχιστον από τον περασμένο Δεκέμβριο. Σε εσωτερικό μήνυμα στις 18 Δεκεμβρίου, η Φίμπι Γκέιτς ζητούσε από τους προγραμματιστές να διασφαλίσουν την αυτόματη εγκατάσταση cookies σε όλα τα sites με κουπόνια, ώστε η εταιρεία να αντλεί προμήθειες από το σύνολο της αξίας των πωλήσεων.
Τα νούμερα δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος: τον Ιούνιο, το 51% της αξίας των πωλήσεων που διεκδικούσε η Phia προερχόταν αποκλειστικά από «cookie stuffing». Όταν οι επίμαχες λειτουργίες απενεργοποιήθηκαν τον Ιούλιο, τα μέσα ημερήσια έσοδα της startup κατακρημνίστηκαν από τα 80.000 στα 10.000 με 28.000 δολάρια. Η πλευρά της Phia αμφισβητεί τα στοιχεία, απαντώντας ότι η πτώση οφείλεται στην ταυτόχρονη διακοπή και άλλων εργαλείων νομισματοποίησης.

