Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής βρίσκεται η πρόταση για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής μέσω των δημόσιων επιδοτήσεων, με τα κράτη-μέλη να εμφανίζονται διχασμένα ως προς το πόσο αυστηρά θα πρέπει να εφαρμοστεί η αρχή του «Made in Europe».
«Τα δημόσια χρήματα των Ευρωπαίων πρέπει να πηγαίνουν στους Ευρωπαίους εργάτες και στα ευρωπαϊκά εργοστάσια», δήλωσε ο Γάλλος υπουργός Βιομηχανίας Σεμπαστιέν Μαρτέν, προσερχόμενος στη σύνοδο των ομολόγων του στις Βρυξέλλες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προτείνει τον Μάρτιο ένα πλαίσιο που θα συνδέει την πρόσβαση σε δημόσιες ενισχύσεις με την προμήθεια ευρωπαϊκών προϊόντων από επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας. Στους τομείς αυτούς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η αυτοκινητοβιομηχανία και η παραγωγή ενέργειας χωρίς εκπομπές άνθρακα.
Η Γαλλία υποστηρίζει εδώ και καιρό μια τέτοια προσέγγιση, επιδιώκοντας να κατευθύνονται περισσότερα ευρωπαϊκά κονδύλια προς τις επιχειρήσεις και τις παραγωγικές αλυσίδες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το βασικό σημείο τριβής αφορά, ωστόσο, το ποια προϊόντα θα θεωρούνται «ευρωπαϊκά». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να συμπεριλάβει στο σχετικό πλαίσιο και αγαθά που παράγονται σε χώρες οι οποίες συνδέονται στενά με την ΕΕ μέσω συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου, τελωνειακών ενώσεων ή συμφωνιών για τις δημόσιες συμβάσεις.
Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να διευρύνει σημαντικά τον αριθμό των χωρών που θα έχουν πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά στο πλαίσιο των συγκεκριμένων κανόνων. Στόχος των Βρυξελλών είναι να διατηρηθούν οι εμπορικές σχέσεις με βασικούς εταίρους και παράλληλα να αποφευχθούν αναταράξεις στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η Γερμανία τάσσεται υπέρ μιας πιο διευρυμένης αντίληψης, που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «Made with Europe». Η υπουργός Βιομηχανίας Κατερίνα Ράιχε υποστήριξε ότι η παραγωγή θα πρέπει να πραγματοποιείται στην Ευρώπη, αλλά και σε συνεργασία με εταίρους όπως η Νορβηγία, η Ελβετία και ο Καναδάς.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το Βέλγιο. Ο υπουργός Βιομηχανίας Νταβίντ Κλαρενβάλ τάχθηκε υπέρ μιας ανοικτής λίστας χωρών που πληρούν τους προβλεπόμενους κανόνες, αναφέροντας χαρακτηριστικά το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελβετία, τον Καναδά και τη Νότια Κορέα.
Η Ιρλανδία, που έχει την εκ περιτροπής προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιδιώκει να υπάρξει κοινή θέση των 27 κρατών-μελών έως το τέλος της θητείας της.
Ένα από τα σενάρια που εξετάζονται προβλέπει διαφοροποίηση των κανόνων ανάλογα με τον βιομηχανικό κλάδο ή ακόμη και ανά προϊόν. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη ευελιξία στις διαπραγματεύσεις και να ληφθούν υπόψη οι διαφορετικές ανάγκες των ευρωπαϊκών αλυσίδων παραγωγής.
Ο Σεμπαστιέν Μαρτέν επισήμανε ότι σε ορισμένους κλάδους, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η Ευρώπη διαθέτει ήδη ολοκληρωμένες αλυσίδες αξίας, ενώ σε άλλους η παραγωγή εξαρτάται περισσότερο από διεθνείς συνεργασίες και προμηθευτές.
Η διαμάχη αναμένεται να μεταφερθεί σύντομα και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι εισηγητές της σχετικής νομοθετικής πρότασης, η Γερμανίδα Άννα Καβατσίνι και οι Γάλλοι Κριστόφ Γκρυντλέρ και Πιερ Ζουβέ, αναμένεται να παρουσιάσουν τις τροπολογίες τους τη Δευτέρα.
Μεταξύ των ζητημάτων που θα τεθούν είναι και η γεωγραφική εμβέλεια της λεγόμενης «ευρωπαϊκής προτίμησης», σε συνδυασμό με αυστηρότερες απαιτήσεις για την απανθρακοποίηση.
Μετά την ολοκλήρωση των θέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των κρατών-μελών, θα ξεκινήσει η διαδικασία για την επίτευξη συμφωνίας σε ένα κοινό κείμενο. Η διαδικασία μπορεί, ωστόσο, να παραταθεί σημαντικά εάν οι διαπραγματεύσεις οδηγηθούν σε αδιέξοδο.
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πιέζουν για ταχύτερες αποφάσεις. «Είναι επείγον», τόνισε ο Λουίς Γκαλουά, πρόεδρος του think tank Fabrique de l’Industrie και πρώην επικεφαλής της PSA, που μετεξελίχθηκε στη Stellantis, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που διοργάνωσε η γαλλική κυβέρνηση.
Περισσότεροι από 600 βιομήχανοι έχουν υπογράψει ανοικτή επιστολή, ζητώντας από την Ευρώπη να προχωρήσει χωρίς καθυστερήσεις στην υιοθέτηση ενός πιο φιλόδοξου ρυθμιστικού πλαισίου, υποστηρίζοντας ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πλέον διεθνή ανταγωνισμό υπό άνισους όρους.
Παράλληλα, οι χώρες που συνεργάζονται στενά με την ΕΕ επιχειρούν να διασφαλίσουν ότι δεν θα αποκλειστούν από το νέο καθεστώς. Ιδιαίτερη σημασία έχει η περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς η βρετανική βιομηχανία φοβάται ότι οι νέοι κανόνες θα δημιουργήσουν πρόσθετα εμπόδια στις σχέσεις της με την ευρωπαϊκή αγορά μετά το Brexit.
«Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν επιλέξει το ευρωπαϊκό σχήμα και άλλοι που αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν», δήλωσε ο Σεμπαστιέν Μαρτέν, επισημαίνοντας παράλληλα τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η διαφορετική αυτή επιλογή στη συνεργασία σε επιμέρους τομείς.
Από την πλευρά του, ο Μάικ Χοκς, επικεφαλής της Ένωσης Βρετανών Αυτοκινητοβιομηχανιών, προειδοποίησε ότι ο αποκλεισμός του Ηνωμένου Βασιλείου από το νέο πλαίσιο θα αποτελούσε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «αυτογκόλ» για την Ευρώπη.

