Σημαντική αύξηση κερδισμένων μαχών από τις προσφυγές
Αύξηση 80% καταγράφηκε το 2025 σε σύγκριση με το 2024 στις προσφυγές φορολογουμένων προς τη Διεύθυνση Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, δηλαδή στην υπηρεσία που επανεξετάζει πράξεις της φορολογικής διοίκησης χωρίς να απαιτείται προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια.
Η διαδικασία στη ΔΕΔ είναι δωρεάν, διεξάγεται ηλεκτρονικά και απαιτεί μόνο μια απλή αναφορά προκειμένου να εξεταστεί σε βάθος η υπόθεση κάθε φορολογουμένου που ζητά διόρθωση ή ακύρωση του φόρου και των κυρώσεων που του επιβλήθηκαν.
Αποτελεί υποχρεωτικό διοικητικό στάδιο πριν από την προσφυγή στη δικαιοσύνη, ενώ η απόφαση εκδίδεται εντός 120 ημερών. Εάν παρέλθει η προθεσμία χωρίς έκδοση απόφασης, η προσφυγή θεωρείται σιωπηρά απορριπτόμενη.
Ωστόσο, κατά το προηγούμενο έτος και σύμφωνα με τα στοιχεία της Απολογιστικής Έκθεσης της ΑΑΔΕ για το 2025, το 99,2% των υποθέσεων που κρίθηκαν εξετάστηκαν πριν από την προβλεπόμενη από τον νόμο καταληκτική ημερομηνία.
Αυτή η επίδοση ήταν η καλύτερη στα 13 χρόνια λειτουργίας του θεσμού της διοικητικής επανεξέτασης φορολογικών υποθέσεων και πράξεων.
Δεν ήταν όμως το μοναδικό ρεκόρ που σημειώθηκε την περασμένη χρονιά, καθώς το 2025 η ΔΕΔ υποδέχθηκε πάνω από 11.000 προσφυγές, τον μεγαλύτερο αριθμό που έχει καταγραφεί σε ένα μόνο έτος μετά το 2016. Παράλληλα εξέδωσε 85% περισσότερες αποφάσεις από τις αναμενόμενες, ενώ είχε και 50% περισσότερες σε σχέση με το 2024.
Από τα ίδια στοιχεία προκύπτει επίσης ένα αρνητικό ρεκόρ. Ενώ κατά μέσο όρο σε όλα τα προηγούμενα έτη ένας στους τρεις φορολογουμένους δικαιωνόταν, το 2025 απορρίφθηκαν οι 8 στις 10 αιτήσεις, δηλαδή το 83%.
Παρά την έντονη διαφοροποίηση του ποσοστού δικαίωσης που σημειώθηκε το 2025, αυτή δεν ανατρέπει τα δεδομένα, καθώς η μεταβολή ήταν κυρίως φαινομενική, μιας και ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το ειδικό βάρος των υποθέσεων που αφορούσαν το τεκμαρτό εισόδημα, αλλά και με βάση το νομικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε από τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η μεγάλη πτώση των εγκρίσεων τη συγκεκριμένη χρονιά συνδέεται κυρίως με τη μαζική εισροή προσφυγών από ελεύθερους επαγγελματίες και επιστήμονες για το τεκμαρτό εισόδημα, υποθέσεις στις οποίες αμφισβητήθηκε όχι μόνο η εφαρμογή του νόμου σε επιμέρους περιπτώσεις, αλλά το ίδιο το κανονιστικό πλαίσιο.
Ανάλογο φαινόμενο είχε παρατηρηθεί και περίπου μια δεκαετία νωρίτερα, όταν υποβάλλονταν μαζικά αιτήματα ακύρωσης της επιβολής του ΕΝΦΙΑ, ο οποίος όμως, παρά τις προσδοκίες των φορολογουμένων, κρίθηκε τελικά συνταγματικός.
Στην πράξη, ως διοικητικός μηχανισμός επανεξέτασης, η ΔΕΔ ελέγχει μόνο εάν μια φορολογική πράξη έχει εκδοθεί και εφαρμοστεί σύμφωνα με τον νόμο και τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Η υποβολή ενδικοφανούς προσφυγής αποτελεί μεν προαπαιτούμενο στάδιο για την προσφυγή στα δικαστήρια, αλλά η υπηρεσία επίλυσης διαφορών δεν είναι αρμόδια να ακυρώνει το νομοθετικό πλαίσιο, γεγονός που περιορίζει εκ των πραγμάτων το πεδίο κρίσης της στη συγκεκριμένη κατηγορία υποθέσεων που ανέκυψε το 2025.
Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι, εάν δεν ληφθούν υπόψη οι μαζικές προσφυγές κατά της τεκμαρτής φορολόγησης των επαγγελματιών, και το 2025 εξακολούθησε ένας στους τρεις φορολογουμένους να κερδίζει «μάχες» στη ΔΕΔ.
Την περσινή χρονιά εξετάστηκαν 4.670 περισσότερες υποθέσεις από όσες είχαν εξεταστεί το 2024, γεγονός που καταδεικνύει ότι η υπηρεσία απορρόφησε ένα ασυνήθιστα μεγάλο κύμα προσφυγών αυτής της κατηγορίας.
Συνολικά απορρίφθηκαν 3.546 περισσότερες αιτήσεις σε σχέση με το 2024, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 75% των επιπλέον αιτήσεων που εισήχθησαν προς εξέταση, εξέλιξη που εξηγεί γιατί το ποσοστό δικαίωσης επιδεινώθηκε δραστικά το 2025.
Πέραν των ορίων αρμοδιοτήτων της ΔΕΔ, στην εικόνα αυτή συνέβαλε και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το τεκμαρτό εισόδημα. Με αποφάσεις που εξέδωσε το ανώτατο δικαστήριο (Ολ. ΣτΕ 1800-1802/2025), η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε συνταγματικά ανεκτό το σχετικό πλαίσιο και απέρριψε τις συλλογικές αιτήσεις ακύρωσης του μέτρου, διαμορφώνοντας το ευρύτερο νομικό περιβάλλον εντός του οποίου εξετάστηκαν και οι συγκεκριμένες προσφυγές που υποβλήθηκαν μαζικά, έπειτα και από προτροπές νομικών και επιστημονικών συλλόγων.
Επί της ουσίας, όμως, η εικόνα του 2025 αποτυπώνει τόσο τη συγκυριακή αύξηση του όγκου των υποθέσεων που εισήχθησαν προς εξέταση μέσα στη συγκεκριμένη χρονιά, όσο και τη διαφοροποίηση του αντικειμένου τους, λόγω της ειδικής φύσης και σύνθεσής τους.
Αντιθέτως, όσον αφορά τις υποθέσεις για τις οποίες είναι πραγματικά αρμόδια η ΔΕΔ και αφορούν πολίτες και επιχειρήσεις (μετά από φορολογικό έλεγχο ή διαδικαστικά λάθη κυρίως), τα ποσοστά δικαίωσης παρέμειναν και το 2025 σταθερά στο ένα τρίτο των υποθέσεων, όπως και τα προηγούμενα έτη.
Σε αυτό το πλαίσιο, παρά την εμφανή κάμψη των εγκρίσεων, η ΔΕΔ δεν μετατράπηκε σε «διακοσμητική υπηρεσία» υποδοχής αιτήσεων, αλλά προσφέρει μετρήσιμα οικονομικά οφέλη για 1 στους 3 φορολογούμενους (και ειδικά για τους μικρομεσαίους που δεν διαθέτουν τα μέσα, τον χρόνο ή τις αντοχές για πολυετείς δικαστικές διεκδικήσεις), συμβάλλοντας παράλληλα στον αυτοέλεγχο της διοίκησης, στη διαφάνεια και στην ομοιόμορφη εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, με τις αποφάσεις που εκδίδει να κοινοποιούνται στις ΔΟΥ και να είναι δημόσια προσβάσιμες προς όλους στον ιστότοπο της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων.

