Ενδειξη ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται εκ νέου σε μια φάση εντεινόμενων πληθωριστικών πιέσεων, με σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις, συνιστά η αύξηση του πληθωρισμού στο 3,9%. Αύξηση που δεν αποτελεί απλώς μια στατιστική μεταβολή, αλλά αντικατοπτρίζει βαθύτερες δομικές και συγκυριακές εξελίξεις, όπως επισημαίνει το ΕΒΕΠ.
Σύμφωνα με το Επιμελητήριο, ο βασικός παράγοντας που επαναφέρει τις πληθωριστικές πιέσεις είναι η ενέργεια. Οι αυξήσεις σε καύσιμα κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης και μεταφορές επηρεάζουν οριζόντια το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, λειτουργώντας ως «πολλαπλασιαστής κόστους» για επιχειρήσεις και καταναλωτές. «Το πιο επικίνδυνο είναι πως δεν έχουμε έναν “μονοδιάστατο” πληθωρισμό, αλλά έχουμε να αντιμετωπίσουμε ταυτόχρονα μια τριπλή πίεση από τα μέτωπα της ενέργειας, των τροφίμων και της στέγασης» αναφέρει το ΕΒΕΠ.
Εξηγεί πως η στέγαση με +5,7% αντανακλά το αυξημένο λειτουργικό κόστος και τις πιέσεις στους μισθούς, ενώ τα τρόφιμα με +4,5% συνεχίζουν να επιβαρύνουν το οικογενειακό καλάθι. Το αποτέλεσμα είναι μια πολύπλευρη πληθωριστική πίεση, η οποία πλήττει ιδιαίτερα τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα, ενισχύοντας το αίσθημα ακρίβειας στην αγορά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σύγκριση με την ευρωζώνη, στην οποία τον Μάρτιο ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,6%. Η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερο πληθωρισμό από τον μέσο όρο, γεγονός που δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Σε ένα περιβάλλον ενιαίου νομίσματος, όπου δεν υπάρχει δυνατότητα συναλλαγματικής προσαρμογής, η διαφορά πληθωρισμού μεταφράζεται σε αυξημένο σχετικό κόστος για την ελληνική οικονομία. Αυτό επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών αλλά και την ελκυστικότητα του τουριστικού προϊόντος, ειδικά σε ένα διεθνές περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού.
Οι τιμές ενέργειας
Σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, η εξέλιξη του πληθωρισμού τους επόμενους μήνες θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία των διεθνών τιμών ενέργειας και τη γεωπολιτική σταθερότητα. Εάν οι πιέσεις αυτές αποκλιμακωθούν, είναι πιθανή μια σταδιακή επιστροφή σε χαμηλότερα επίπεδα πληθωρισμού. Το κρίσιμο θέμα είναι πως δεν γνωρίζουμε ποιο από τα δύο σενάρια τελικά θα αντιμετωπίσουμε, κάτι παροδικό ύστερα από ένα γεωπολιτικό σοκ και μια τεχνική κορύφωση ή μια νέα δομική τάση, που εάν διατηρηθεί, η ελληνική οικονομία ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο «κανονικό» υψηλότερου πληθωρισμού.
«Συνολικά, το 3,9% του Μαρτίου δεν συνιστά μια ακραία τιμή, αλλά αποτελεί σαφές προειδοποιητικό σήμα για τη συνέχεια. Υπενθυμίζει ότι η μάχη κατά της ακρίβειας θα αργήσει να κερδηθεί και ότι η ελληνική οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωγενείς διαταραχές. Επισημαίνει πως η αγοραστική δύναμη συμπιέζεται, τα επιτόκια κρατούνται υψηλά και ενισχύεται μια αγορά δύο ταχυτήτων» καταλήγει στην ανάλυσή του το Επιμελητήριο.

