Η πυρηνική ενέργεια στις ΗΠΑ παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με τη Ρωσία, καθώς το εμπλουτισμένο ουράνιο που κινεί τους αμερικανικούς αντιδραστήρες, οι οποίοι καλύπτουν περίπου το 20% της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρισμού, προέρχεται σε σημαντικό βαθμό από τη Μόσχα.
Όπως επισημαίνει το Bloomberg, η εξάρτηση αυτή καθιστά εξαιρετικά αμφίβολη τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να ανταποκριθούν στη χρονική οριοθέτηση του 2028, έως τότε η οποία έχει νομοθετηθεί η πλήρης παύση των ρωσικών προμηθειών εμπλουτισμένου ουρανίου και των συναφών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα την Τετάρτη η αμερικανική Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών (EIA), οι εταιρείες που λειτουργούν πυρηνικούς σταθμούς στις ΗΠΑ προμηθεύτηκαν το 2025 περίπου 3,28 εκατομμύρια SWU (μονάδες διαχωριστικής εργασίας) από ρωσικές εταιρείες εμπλουτισμού , ποσοστό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 26% του συνόλου των αγορών τους. Μια δεκαετία νωρίτερα, το αντίστοιχο μερίδιο ήταν χαμηλότερο, φτάνοντας μόλις το 17%.
Το πρόβλημα καθίσταται οξύτερο την ώρα που η Ουάσινγκτον προωθεί μια αναγέννηση της πυρηνικής ενέργειας, αποσκοπώντας να καλύψει τη ραγδαία αύξηση της ζήτησης από τα κέντρα δεδομένων, την ηλεκτροκίνηση και τις γενικότερες ενεργειακές ανάγκες.
Οι πάροχοι ηλεκτρικού ρεύματος σχεδιάζουν να παρατείνουν τη λειτουργία των υφιστάμενων αντιδραστήρων τους και να επαναφέρουν σε λειτουργία παλαιότερους σταθμούς, ενώ παράλληλα οι κατασκευαστές μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων (SMR) καλούνται να διασφαλίσουν επαρκή καύσιμα για έργα που θα ωριμάσουν μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Και οι δύο αυτές κατηγορίες παραμένουν ευάλωτες στις διεθνείς εμπορικές ροές, ιδίως σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Τραμπ προκαλεί έντονες αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες μέσω κυρώσεων και δασμών. Ενδεικτικά, το 2025 οι ξένες πηγές κάλυψαν το 77% των υπηρεσιών εμπλουτισμού που αγόρασαν οι αμερικανικές επιχειρήσεις, με τη Ρωσία να παραμένει ο κυριότερος προμηθευτής.
Παρά την ψήφιση νόμου το 2024 που απαγορεύει τις εισαγωγές ρωσικού ουρανίου, προβλέπεται εξαίρεση. Το Υπουργείο Ενέργειας μπορεί να χορηγεί άδειες όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμες εναλλακτικές πηγές ή όταν η εισαγωγή κρίνεται αναγκαία για το εθνικό συμφέρον. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, λήγει τον Ιανουάριο του 2028.
Το γεγονός δημιουργεί ένα πολιτικό «αδιέξοδο», καθώς οι παραδόσεις εξαρτώνται τόσο από τις αμερικανικές εξαιρέσεις όσο και από τις ρωσικές άδειες εξαγωγής. Οι εταιρείες κοινής ωφέλειας παραμένουν έτσι εκτεθειμένες σε ενδεχόμενη περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων Μόσχας-Ουάσινγκτον – την ώρα που οι κυρώσεις έχουν ήδη αναδιαμορφώσει το εμπόριο πετρελαίου, φυσικού αερίου και άλλων βασικών προϊόντων μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, καταλήγει το Bloomberg.
