Με τυμπανοκρουσίες για σχεδόν 20.000 δικαιούχους άρχισε το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», που είχε ως στόχο πολίτες να αποκτήσουν τη δική τους πρώτη κατοικία με φθηνό επιτόκιο. Ωστόσο, ο τελικός λογαριασμός έμεινε πολύ χαμηλότερα. Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε στις 31 Αυγούστου 2026 και παρά τον προϋπολογισμό των 2 δισ. ευρώ και τα φθηνά δάνεια που διαφημίστηκαν ως απάντηση στη στεγαστική κρίση,, τελικά λίγο περισσότερα από 14.000 νοικοκυριά κατάφεραν να φτάσουν μέχρι την αγορά πρώτης κατοικίας.
Ο κυβερνητικός πήχης είχε τοποθετηθεί στους περίπου 20.000 δυνητικούς δικαιούχους. Στην πράξη, εγκρίθηκαν 15.097 δάνεια, συνολικής αξίας 1,82 δισ. ευρώ, και από αυτά μόλις 14.114 μετατράπηκαν σε υπογεγραμμένες συμβάσεις. Με απλά λόγια, περίπου 6.000 από τους πολίτες που υπολογιζόταν ότι θα μπορούσαν να ωφεληθούν από το πρόγραμμα έμειναν τελικά εκτός της πραγματικής αγοράς κατοικίας.
Το μέσο ύψος δανείου διαμορφώθηκε στα 120.400 ευρώ, ενώ η μέση εμπορική αξία των ακινήτων που αγοράστηκαν έφτασε τα 152.100 ευρώ. Το μέσο σπίτι είχε επιφάνεια 88,5 τετραγωνικά μέτρα. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι δικαιούχοι, παρά τη σημαντική επιδότηση που παρείχε το πρόγραμμα, αναγκάστηκαν να στραφούν σε ιδιαίτερα παλιά ακίνητα, ηλικίας άνω των 40 ετών κατά μέσο όρο. Παράλληλα, το γεγονός ότι το μέσο εμβαδόν περιορίζεται στα 88 τ.μ. καταδεικνύει ότι μεγάλο μέρος των αγοραστών αναζήτησε μικρές κατοικίες, οι οποίες συχνά καλύπτουν οριακά τις στεγαστικές ανάγκες μιας σύγχρονης οικογένειας.
Το αλαλούμ με το πρόωρο τέλος
Μεγάλο «αγκάθι» αποδείχθηκε η τεράστια έλλειψη διαθέσιμων ακινήτων κυρίως στις μεγάλες αστικές περιοχές, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια τεχνητή αύξηση της ζήτησης χωρίς αντίκρισμα. Παράλληλα, οι χρονοβόρες διαδικασίες, σε συνδυασμό με την εκτόξευση των τιμών στις αγοραπωλησίες κατοικιών, οδήγησαν σε αποτυχία των δύο κύκλων του προγράμματος.
Σε αυτό, μάλιστα, έχει συμβάλει και το πρόωρο τέλος που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» στις 27 Απριλίου, καλώντας τους δικαιούχους να υπογράψουν το τελικό στεγαστικό δάνειο με τις τράπεζες έως τις 2 Ιουνίου, αντί για το τέλος Αυγούστου, ενώ χιλιάδες πολίτες είχαν δώσει προκαταβολές ή έτρεχαν να προλάβουν τις προθεσμίες.
