Νέος εφιάλτης ακρίβειας: Ρεύμα και καύσιμα «καίνε» τα νοικοκυριά
Πόσο κοστίζουν βενζίνη, ρεύμα και θέρμανση
Αντιμέτωπα με ένα νέο κύμα ενεργειακών επιβαρύνσεων βρίσκονται τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, καθώς οι τιμές των καυσίμων παραμένουν σε δυσθεώρητα επίπεδα, την ώρα που το ηλεκτρικό ρεύμα καταγράφει έντονες διακυμάνσεις στη χονδρεμπορική αγορά. Με τη βενζίνη να έχει ξεπεράσει τα 2,10 ευρώ το λίτρο και το κόστος της θέρμανσης να επιβαρύνει ήδη τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, η ενεργειακή ακρίβεια δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις ενόψει του χειμώνα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Ανάπτυξης, η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης βενζίνης διαμορφώνεται στα 2,111 ευρώ το λίτρο, ενώ η αμόλυβδη 100 οκτανίων αγγίζει τα 2,391 ευρώ. Αντίστοιχα, το πετρέλαιο κίνησης πωλείται κατά μέσο όρο προς 2,135 ευρώ το λίτρο, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τους επαγγελματίες που εξαρτώνται καθημερινά από τις οδικές μεταφορές.
Η οικονομική επιβάρυνση γίνεται ακόμη πιο αισθητή όταν αποτυπωθεί σε πραγματικές ανάγκες κατανάλωσης. Για το γέμισμα ενός ρεζερβουάρ χωρητικότητας 50 λίτρων απαιτούνται πλέον 105,55 ευρώ, ενώ ένας οδηγός που καταναλώνει 100 λίτρα βενζίνης μηνιαίως χρειάζεται 211,10 ευρώ αποκλειστικά για καύσιμα.
Στα 1.559 ευρώ τα 1.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερα αυξημένο παραμένει και το κόστος θέρμανσης, με τη μέση τιμή του πετρελαίου να διαμορφώνεται στα 1,559 ευρώ ανά λίτρο.
Με βάση αυτή τη χρέωση, η αγορά 1.000 λίτρων κοστίζει 1.559 ευρώ, ποσό που αποτελεί σημαντική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά, ιδίως εκείνα με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η χώρα εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο, όταν οι ανάγκες θέρμανσης αυξάνονται και οι οικογενειακές δαπάνες ενισχύονται.
Κοντά στα 283 ευρώ η χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος
Ανάλογα επιβαρυμένη είναι η εικόνα και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, η χονδρεμπορική τιμή για σήμερα, Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, διαμορφώνεται στα 283,15 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας μικρή υποχώρηση από τα 293,37 ευρώ της προηγούμενης ημέρας.
Ο προσωρινός μέσος όρος για το διάστημα από την 1η έως και σήμερα ανέρχεται στα 283,04 ευρώ ανά μεγαβατώρα, χωρίς ωστόσο να αποτελεί την τελική μέση τιμή του μήνα.
Ενδεικτικές της αστάθειας είναι οι μεταβολές που σημειώθηκαν στις αρχές της εβδομάδας. Στις 2 Νοεμβρίου η τιμή έφτασε τα 312,72 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ μόλις μία ημέρα αργότερα υποχώρησε στα 267,32 ευρώ.
Οι υψηλές χονδρεμπορικές τιμές αυξάνουν το κόστος προμήθειας των παρόχων, δημιουργώντας προϋποθέσεις για πρόσθετες επιβαρύνσεις στα κυμαινόμενα τιμολόγια, ανάλογα με τον μηχανισμό τιμολόγησης κάθε προγράμματος.
Πιέσεις στην αγορά και φόβοι για νέες ανατιμήσεις
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στους οικιακούς καταναλωτές. Επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη βιομηχανία, στην εστίαση, στο εμπόριο και στις μεταφορές αντιμετωπίζουν αυξημένες λειτουργικές δαπάνες, καθώς το κόστος ηλεκτροδότησης και καυσίμων απορροφά μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να μεταφερθεί σταδιακά και στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, εφόσον οι επιχειρήσεις επιχειρήσουν να αντισταθμίσουν μέρος των αυξημένων εξόδων τους.
Την ίδια ώρα, οι διεθνείς ενεργειακές αγορές εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Μετά από διήμερη υποχώρηση, το πετρέλαιο Μπρεντ καταγράφει άνοδο 3,22%, στα 97,67 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό ενισχύεται κατά 2,16%, στα 90,02 δολάρια.
Στο επίκεντρο της αβεβαιότητας βρίσκεται η πολεμική σύγκρουση με το Ιράν, καθώς και οι πιθανές επιπτώσεις των ενδιάμεσων εκλογών στις Ηνωμένες Πολιτείες στην εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον.
Παράλληλα, η τιμή του φυσικού αερίου στον ολλανδικό κόμβο TTF διαμορφώνεται στα 89,795 ευρώ ανά μεγαβατώρα, διατηρώντας τις πιέσεις στο ευρωπαϊκό ενεργειακό κόστος.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο περιβάλλον για καταναλωτές και επιχειρήσεις, με τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές και τις χονδρεμπορικές τιμές να αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την πορεία των ενεργειακών δαπανών τους επόμενους μήνες.
