Την αγωνία της Ορθοδοξίας για την τύχη των χριστιανών της Μέσης Ανατολής και την ανάγκη άμεσης αποκατάστασης της σταθερότητας στην περιοχή ανέδειξε η συνάντηση του Πάπα Λέοντα ΙΔ’ με τον Πατριάρχη Αντιοχείας και πάσης Ανατολής κ. Ιωάννη. Συρία και Λίβανος βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας συζήτησης με έντονο πολιτικό και εκκλησιαστικό αποτύπωμα, η οποία επεκτάθηκε και στις ιστορικές σχέσεις των δύο Εκκλησιών, με ρίζες από τους αποστολικούς χρόνους.
Για τη Συρία, ο μακαριότατος υπήρξε κατηγορηματικά ότι «οι χριστιανοί αποτελούν αναπόσπαστο και οργανικό τμήμα του εθνικού ιστού επί αιώνες». Τόνισε ότι η υπέρβαση της κρίσης προϋποθέτει τη συνεργασία όλων των δυνάμεων για την προώθηση της πολιτικής ειρήνης και του κοινού καλού, απορρίπτοντας ρητά τις φωνές που επιδιώκουν τον αποκλεισμό ή τον περιορισμό της συμμετοχής των χριστιανών στη δημόσια ζωή. Οπως υπογράμμισε, πρέπει να λογίζονται ως ισότιμοι πολίτες με πλήρη δικαιώματα, χωρίς διακρίσεις.
Για τον Λίβανο, ο Πατριάρχης Αντιοχείας ζήτησε να δοθεί τέλος στη συνεχιζόμενη κρίση που ταλανίζει τη χώρα για πάνω από μια δεκαετία, ενώ από τη Ρώμη επανέλαβε την έκκληση για τερματισμό των επιθέσεων στο νότιο τμήμα της χώρας. Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά στον φάκελο των απαχθέντων μητροπολιτών Χαλεπίου, Παύλου Γιαζιτζί και Ιωάννη Ιμπραχίμ, που παραμένει ανοιχτός για περισσότερο από δέκα χρόνια.
Ο Πάπας Λέων ΙΔ’ από την πλευρά του εξήρε τον ηγετικό και ιστορικό ρόλο της Αντιοχειανής Εκκλησίας ως γέφυρας διαλόγου μεταξύ Ανατολής και Δύσης και ως δίαυλου επικοινωνίας με τον αραβικό και ισλαμικό κόσμο, επιβεβαιώνοντας τη στήριξη του αποστολικού θρόνου σε κάθε προσπάθεια για το καλό της περιοχής.

