Εμφανώς απελπισμένος ο Μητσοτάκης προσπάθησε με την ομιλία του να επανασυσπειρώσει το κόμμα του, αναμασώντας τα ίδια βολικά αφηγήματα περί «συνέπειας», «σταθερότητας», «ανάπτυξης» και «εθνικής ευθύνης»
Αξιοθρήνητη, βαθιά υποκριτική και απολύτως αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα ήταν η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη κατά την έναρξη των εργασιών του 16ου Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας.
- Από τον Κώστα Καββαδία
Στην εκτενέστατη τοποθέτησή του, που επί της ουσίας αποτέλεσε την άτυπη έναρξη μιας μακράς προεκλογικής περιόδου, ο πρωθυπουργός όχι μόνο δεν έδειξε καμία διάθεση αυτοκριτική, αλλά επιβεβαίωσε με τον πιο κυνικό τρόπο τη συνεχιζόμενη μετάλλαξη της παράταξης σε έναν καθεστωτικό μηχανισμό πολιτικής επιβίωσης, επικοινωνιακής διαχείρισης και διαρκούς κινδυνολογίας.
Ο πρωθυπουργός, εμφανώς απελπισμένος στην προσπάθειά του να επανασυσπειρώσει το κόμμα του, αναμασούσε μέχρι να βαρεθούμε τα ίδια βολικά αφηγήματα περί «συνέπειας», «σταθερότητας», «ανάπτυξης» και «εθνικής ευθύνης», λες και η ελληνική κοινωνία δεν βιώνει καθημερινά την εξάντληση από την ακρίβεια, τον πληθωρισμό, τη στεγαστική κρίση και τη συνολική απαξίωση των εισοδημάτων. Η πιο χαρακτηριστική αποτύπωση αυτής της στρατηγικής φόβου, που καθοδηγεί κάθε βήμα του πρωθυπουργού, ήταν ασφαλώς η φράση του πως «χρειαζόμαστε τρίτη τετραετία για να μη γυρίσουμε τρεις τετραετίες πίσω».
Πρόκειται για τον απόλυτο ορισμό της πολιτικής κινδυνολογίας από έναν πρωθυπουργό, που, αντί να πείσει με το έργο, τις απαντήσεις και τις λύσεις του, επιχειρεί ξανά να τρομοκρατήσει την κοινωνία, παρουσιάζοντας κάθε ενδεχόμενη πολιτική αλλαγή σχεδόν ως εθνική καταστροφή. Κι ενώ σε ορισμένα σημεία παραδεχόταν ότι «υπάρχουν ακόμη αστοχίες και λάθη που πρέπει να διορθωθούν», λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ο ίδιος άνθρωπος, κραδαίνοντας το προεκλογικό φυλλάδιο της Ν.Δ., πανηγύριζε ότι η κυβέρνηση υλοποίησε τις δεσμεύσεις του προγράμματος 2023-2027, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως χώρα που βρίσκεται «στην πρώτη γραμμή της ανάπτυξης στην Ευρώπη».
Ακόμα όμως πιο προκλητική ήταν η πλήρης αφωνία του πρωθυπουργού για τα μεγάλα σκάνδαλα που βαραίνουν πλέον την κυβέρνηση και δηλητηριάζουν τη σχέση της με την κοινωνία. Ούτε μία κουβέντα για τις υποκλοπές, ούτε μία αναφορά στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ούτε ψήγμα ουσιαστικής αυτοκριτικής για τη διάχυτη αίσθηση διαφθοράς και ατιμωρησίας που συνοδεύει πλέον το κυβερνητικό στρατόπεδο.
Ολα αυτά εντάχθηκαν στη σφαίρα των διαχρονικών παθογενειών που η κυβέρνηση προσπαθεί να επιλύσει δίχως να φέρει ουδεμία ευθύνη. Αντιθέτως, ο κ. Μητσοτάκης, με το μίσος να ξεχειλίζει στην ομιλία του, επέλεξε να επαναφέρει ακόμα και τη θεωρία περί «ξυλολιάδας», προσβάλλοντας ξανά τους συγγενείς των θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η θεατρική προσπάθεια συναισθηματικής φόρτισης, εργαλειοποιώντας ξανά το σοβαρό πρόβλημα υγείας του Γιώργου Μυλωνάκη, κάνοντας λόγο για «μίσος που παραλίγο να τον σκοτώσει», σε μια εμφανή και συνάμα προσβλητική απόπειρα να μεταφέρει τη συζήτηση από τη βαθιά κοινωνική και πολιτική αποδοκιμασία της κυβέρνησης σε ένα αφήγημα θυματοποίησης, δήθεν ηθικής και πολιτικής δίωξης της Ν.Δ.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της ομιλίας, ωστόσο, ήταν η εμφανής αγωνία του πρωθυπουργού απέναντι στη «γαλάζια» βάση που απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τη Ν.Δ. Στη σκιά της απουσίας των δύο πρώην πρωθυπουργών (Καραμανλής, Σαμαράς), οι συνεχείς εκκλήσεις προς τις φυγόκεντρες δυνάμεις που «κρατούν αποστάσεις», οι προτροπές «να σταθούν πάνω από πρόσωπα και συμπεριφορές» και τα σχεδόν απελπισμένα καλέσματα συστράτευσης, αποκάλυψαν έναν πολιτικό αρχηγό που αντιλαμβάνεται ότι το άλλοτε συμπαγές ακροατήριο της παράταξης έχει πλέον διαρραγεί και το μέλλον του έχει ημερομηνία λήξης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μίλησε ως ηγέτης που αισθάνεται πολιτικά κυρίαρχος, αλλά ως πρωθυπουργός που βλέπει τη δημοσκοπική καθίζηση, τη δυσπιστία και τη συσσωρευμένη κοινωνική οργή να περικυκλώνουν ασφυκτικά την κυβέρνηση, επιδιώκοντας ανεπιτυχώς, μέσα από ακατάσχετη κινδυνολογία και επικοινωνιακές υπερβολές, να κρατήσει όρθιο ένα αφήγημα που καταρρέει ραγδαία.
Επικοινωνιακή προπαγάνδα που θυμίζει ημέρες της «λίστας Πέτσα»
Την ώρα που οι επίσημοι δείκτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης καταγράφουν την Ελλάδα να κατρακυλά στη 13η θέση στην απορρόφηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων (ΕΣΠΑ) και να βυθίζεται ακόμη περισσότερο στo πρόγραμμα της Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, καταλαμβάνοντας τη 17η θέση στους αντίστοιχους πίνακες με απορρόφηση μόλις 8,5%, η κυβέρνηση επιλέγει να στήσει έναν νέο πανάκριβο επικοινωνιακό μηχανισμό αυτοθαυμασμού με χρήματα των φορολογουμένων πολιτών.
Αποφεύγοντας να απολογηθεί για τις καθυστερήσεις, τις χαμένες χρηματοδοτήσεις και το διαλυμένο επιτελικό μοντέλο διαχείρισης, το Μέγαρο Μαξίμου επενδύει ξανά στη γνωστή συνταγή της κρατικά χρηματοδοτούμενης προπαγάνδας, μπουκώνοντας τηλεοπτικούς σταθμούς και μέσα ενημέρωσης με καμπάνιες που θυμίζουν ευθέως τις πιο σκοτεινές ημέρες της «λίστας Πέτσα».
Τηλεοπτικό σποτ
Πρωί, μεσημέρι και βράδυ, οι πολίτες βομβαρδίζονται από ένα τηλεοπτικό σποτ που παρουσιάζει μια μεταφυσική εικόνα ανάπτυξης και «κυβερνητικών θαυμάτων», την ώρα που οι πραγματικοί αριθμοί αποδομούν πλήρως όποιο κυβερνητικό αφήγημα της αποτελεσματικότητας. Η κυβέρνηση κινούμενη ήδη σε προεκλογικούς ρυθμούς και με στόχο να αλλάξει την ατζέντα, διαφημίζει έργα που είτε καθυστερούν είτε παραμένουν στα χαρτιά ή απειλούνται με απώλεια πόρων, επιχειρώντας να δημιουργήσει μια εικονική πραγματικότητα.
Η συνταγή να κρυφτεί μια εκκωφαντική αποτυχία πίσω από έναν καταιγισμό πληρωμένων τηλεοπτικών σποτ δεν είναι καινούργια. Μια κυβέρνηση όμως που κάποτε εμφάνιζε την απορρόφηση του Ταμείου Ανάκαμψης ως «εθνικό στοίχημα» καταλήγει σήμερα να επενδύει απελπισμένη στη σκηνοθεσία μιας επίπλαστης επιτυχίας. Κι όσο η χώρα χάνει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει να ξοδεύει αφειδώς δημόσιο χρήμα όχι για να παράξει έργο, αλλά για να διαφημίσει ένα έργο που απλώς δεν υπάρχει.