Χρειάζεται περίσσευμα θράσους για να στέκεσαι στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη και να δηλώνεις με επισημότητα πως τα ιστορικά κειμήλια που κατοχικές δυνάμεις απέσπασαν από τη χώρα σου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «λάφυρα πολέμου». Τη στιγμή, μάλιστα, που πληρώνεις ακριβότατα λύτρα, προκειμένου να σου επιστραφεί ένα μικρό μόνο μέρος τους. Και στη συνέχεια να προσπαθείς να παρουσιάσεις αυτή την εθνική υποχώρηση… έναντι της Βουλγαρίας ως κάποιου είδους success story.
Δεν μπορεί κανείς να ξεχνά ότι τα 48 κειμήλια που επιστρέφουν μετά την ανταλλαγή με τα οστά του Σαμουήλ αποτελούν προϊόντα στυγνής, ένοπλης αρπαγής από τον βουλγαρικό στρατό κατοχής το 1917, που παρέμειναν παράνομα στα χέρια της Σόφιας επί 109 ολόκληρα χρόνια. Δεν αποσπάστηκαν μέσα σε κάποια αφηρημένη «δίνη», όπως θέλει να πιστεύει ο πρωθυπουργός, αλλά φορτώθηκαν με τη βία από κατακτητές και μεταφέρθηκαν σε υπόγεια, όπου φυλάσσονταν κρυμμένα, δίχως να εκτίθενται ακριβώς λόγω του παράνομου τρόπου κτήσης τους.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν πέτυχε κάποιον θρίαμβο της «αθόρυβης πολιτιστικής διπλωματίας», όπως επιχείρησε να βαφτίσει τη φιέστα με τον Ρούμεν Ράντεφ. Προχώρησε σε ένα πρωτοφανές παζάρι υποταγής, το οποίο η πατρίδα έιχε αρνηθεί στο παρελθόν.
Η «κυριακάτικη δημοκρατία»
Σήμερα παρουσιάζεται ως γενναία υπέρβαση των «μαξιμαλιστικών απαιτήσεων του παρελθόντος». Ποιων μαξιμαλισμών; Εκείνων που προβλέπονται ρητά από τη Συνθήκη του Νεϊγί και τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, οι οποίες –όπως έχει εξηγήσει από τον περασμένο Μάιο ο πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος σε ειδική εκδήλωση στις Σέρρες- επέβαλλαν την άνευ όρων επιστροφή των κλαπέντων; Η αποκάλυψη της «κυριακάτικης δημοκρατίας» ήρθε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Αντί η Αθήνα να απαιτήσει την πλήρη εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων και να θέσει ζήτημα αποζημιώσεων, νομιμοποίησε τη λεηλασία. Εδωσε άλλοθι σε εκείνους που περιφέρουν διεθνώς τους ελληνικούς θησαυρούς ως δήθεν τεκμήρια δικού τους πολιτισμού.
Ο μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος είχε το σθένος να προειδοποιήσει εγκαίρως, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια ανταλλαγή ακυρώνει κάθε μελλοντική απαίτηση για το σύνολο των συληθέντων θησαυρών μας.
Δεν πρόκειται για αμοιβαία χειρονομία καλής γειτονίας, αλλά για μια απροκάλυπτη προσπάθεια δημιουργίας ενός ψευδούς αφηγήματος, για χάρη του οποίου η κυβέρνηση πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων το ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί που διατηρούσε η ελληνική Πολιτεία, τα οστά που αποδίδονται στον τσάρο Σαμουήλ – που βρέθηκαν στη χώρα σου, νομίμως και με διαφάνεια, ανασκαμμένα από τον καθηγητή Μουτσόπουλο το 1964 στον Αγιο Αχίλλειο των Πρεσπών. Την καρδιά του εθνικού αφηγήματος της Βουλγαρίας την πρόσφερε στο πιάτο του Βούλγαρου πρωθυπουργού. Και τι πήρε σε αντάλλαγμα; Μόλις 48 αντικείμενα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η υποχωρητικότητα αυτή ναρκοθετεί ευθέως και τη διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Αν για να ανακτήσεις τα κλοπιμαία σου οφείλεις να ανταλλάξεις ευρήματα της επικράτειάς σου, επιβραβεύοντας τον σφετεριστή, τότε δεν ασκείς εθνική πολιτική. Εχεις αποδεχθεί τον ρόλο του διαχρονικού επαίτη. Και, φυσικά, προκαλείς ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ελλάδα, όσο κι αν προσπαθείς ο ίδιος και τα παπαγαλάκια σου να αντιστρέψετε την πραγματικότητα.
Η πικρή αλήθεια της επικοινωνιακής παράστασης
Σε ακόμη μία επικοινωνιακή παράσταση με φόντο τη Θεσσαλονίκη αναλώθηκε το Μέγαρο Μαξίμου, βαφτίζοντας «ιστορική συμφωνία» την ιστορική μας υπαναχώρηση στο ζήτημα των λεηλατημένων κειμηλίων των μονών της βόρειας Ελλάδας από τη Βουλγαρία. Στο Βυζαντινό Μουσείο στήθηκαν κάμερες και μικρόφωνα για να πανηγυριστεί η παράδοση των οστών του τσάρου Σαμουήλ, προκειμένου ο Κυριάκος Μητσοτάκης να μπορέσει να «πουλήσει» ακόμη μία «επιτυχία» από αυτές δίχως τις οποίες θα ήταν καλύτερα η πατρίδα.
«Στην πατρίδα μας γυρίζουν τώρα 48 αντικείμενα ανεκτίμητης αξίας» διακήρυξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, χωρίς να αναφερθεί στα δεκάδες εκατοντάδες αντικείμενα που παραμένουν στις υπόγειες αποθήκες της Σόφιας, κάνοντας λόγο για υπέρβαση των «αγκυλώσεων του παρελθόντος». Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι η ελληνική πλευρά αποδέχτηκε τη λογική του παζαριού για κλοπιμαία που όφειλαν να είχαν επιστραφεί άνευ όρων. Ακόμα χειρότερα, ο πρωθυπουργός έφτασε στο σημείο να ψέξει εμμέσως τις πάγιες ελληνικές θέσεις, μιλώντας για «ακινησία και λογική, μερικές φορές, των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων», υιοθετώντας -για τους προσεκτικούς παρατηρητές- τη γλώσσα που χρησιμοποιούν και αυτοί που ζητούν συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο με την Τουρκία.
Στη φιέστα περίσσεψαν οι φιλοφρονήσεις και τα χαμόγελα, αλλά η ουσία παραμένει πικρή.
Κι ενώ επικαλέστηκε τα Γλυπτά του Παρθενώνα λέγοντας πως «ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης αλλά και της ηθικής», η κυβέρνηση περιορίστηκε σε άλλη μία επικοινωνιακή νίκη στα λόγια, παραδίδοντας όπλα αρχών.
Το επιστέγασμα της αυτάρεσκης διαχείρισης αποτυπώθηκε στη σημερινή ανάρτηση του πρωθυπουργού: «Και κλείνω με τη χθεσινή μέρα που ήταν ξεχωριστή για την ορθόδοξη πολιτιστική μας κληρονομιά. Μαζί με τον φίλο πρωθυπουργό της Βουλγαρίας παρακολουθήσαμε την υπογραφή του πρωτοκόλλου για την επιστροφή στην Ελλάδα θρησκευτικών κειμηλίων που είχαν μεταφερθεί στη Σόφια το 1917, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και την παράδοση στη Βουλγαρία των λειψάνων του τσάρου Σαμουήλ».
Ο πρώην πρωθυπουργός ξεφτίλισε την προπαγάνδα της «ιστορικής συμφωνίας»
Χρειάστηκαν ελάχιστα δευτερόλεπτα σε ένα βίντεο για να διαλύσει ο Αντώνης Σαμαράς το επικοινωνιακό πανηγύρι που έστησε το Μέγαρο Μαξίμου στη Θεσσαλονίκη. Εκεί όπου ο Κυριάκος Μητσοτάκης μοίραζε χαμόγελα και αυτάρεσκες διακηρύξεις για «υπέρβαση των αγκυλώσεων», ο πρώην πρωθυπουργός είδε αυτό που καταλαβαίνει όποιος διατηρεί στοιχειώδη εθνική μνήμη: μια ξεκάθαρη εθνική ήττα.
Ο Αντώνης Σαμαράς δεν μάσησε τα λόγια του. Ξεφτίλισε την κυβερνητική προπαγάνδα, βάζοντας το δάχτυλο ακριβώς στην πληγή και αποδομώντας σημείο προς σημείο το αφήγημα περί «ιστορικής συμφωνίας». Υπενθύμισε με τον πιο ωμό τρόπο τι ακριβώς χάρισε η Αθήνα στη Σόφια: «Την ίδια ώρα, με τις πιο επίσημες τιμές υποδέχθηκε η Βουλγαρία τα οστά του Σαμουήλ, που για αυτούς είναι σαν να ήρθαν στην Ελλάδα τα οστά του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Εάν έβλεπε κανείς τον τρόπο με τον οποίο η βουλγαρική τηλεόραση μετέδωσε την επιστροφή των οστών, θα καταλάβαινε τι ακριβώς εννοούσε ο πρώην πρωθυπουργός. Οι σκηνές με τη στρατιωτική συνοδεία και τους χιλιάδες συγκεντρωμένους στην άκρη των δρόμων Βουλγάρους ήταν χαρακτηριστικές της σημασίας της συγκεκριμένης επιστροφής.
Εναν εθνικό πόθο ενός αιώνα, το βαρύτερο διαπραγματευτικό χαρτί που κρατούσε η χώρα επί δεκαετίες, η κυβέρνηση Μητσοτάκη το παρέδωσε στο πιάτο. Και έναντι ποίου ανταλλάγματος; «Και προσέξτε εμείς τι πήραμε: 48 μόνο από τα χιλιάδες κλεμμένα ιερά δικά μας κειμήλια, που είχαν αρπάξει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Βούλγαροι από τη Βόρεια Ελλάδα» κατήγγειλε ο πρώην πρωθυπουργός.
Η παρέμβαση αυτή, όμως, πονάει διπλά το Μαξίμου, γιατί προέρχεται από τον άνθρωπο που κάθισε στην ίδια καρέκλα και βρέθηκε αντιμέτωπος με την ίδια ακριβώς βουλγαρική απαίτηση. Μόνο που τότε η απάντηση ήταν εντελώς διαφορετική. «Ως πρωθυπουργός είχα απαιτήσει να μας επιστρέψουν όλα τα κλεμμένα» ξεκαθάρισε ο Σαμαράς.
Εκεί ακριβώς καταρρέει και η πρωθυπουργική σοφιστεία ότι τα λάφυρα «δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα». Ο Σαμαράς απάντησε με την πιο βαριά αποστομωτική κουβέντα: «Εμείς, δυστυχώς, σήμερα σαλπίζουμε υποχώρηση με πανηγυρισμούς». Για να κλείσει με το «αυτή δεν είναι η Ελλάδα».
Δείτε επίσης: