Καμία απάντηση δεν έδωσε πάλι η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη στη Βουλή, όπου κλήθηκε ακόμη μία φορά να διευκρινίσει το σαφές περιεχόμενο της ελληνοβουλγαρικής συμφωνίας που υπεγράφη στις 29 Σεπτεμβρίου και τους όρους με βάση τους οποίους ήρθαν στη χώρα μας τα κλαπέντα, 48 εκκλησιαστικά κειμήλια με αντάλλαγμα τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ.
Ολα αυτά, με αφορμή την ψήφιση στην Ολομέλεια διακρατικής συμφωνίας με τη Σερβία. Παρά τις ερωτήσεις σύσσωμης της αντιπολίτευσης που κινούνταν στο πλαίσιο των ερωτημάτων που έβαλε την περασμένη Κυριακή και η εφημερίδα μας, επέλεξε την προκλητική σιωπή, αποδεικνύοντας για πολλοστή φορά πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιμετωπίζει τη λογοδοσία ως περιττή ενόχληση, αλλά και την εθνική πολιτιστική κληρονομιά ως αντικείμενο προσωπικών χειρισμών.
Υπενθυμίζουμε ότι η «κυριακάτικη δημοκρατία» είχε αποκαλύψει πως με βάση βουλγαρικές διατυπώσεις τα κειμήλια που κλάπηκαν από κατεχόμενα ελληνικά εδάφη δεν μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα στην Ελλάδα, αλλά παραχωρήθηκαν για φύλαξη και χρήση, σε καθεστώς που προσομοιάζει περισσότερο σε χρησιδάνειο ή ειδική διακρατική παρακαταθήκη.
Δανειστήκαμε δηλαδή για λίγο τα κλεμμένα! Μάλιστα, όπως αποκαλύψαμε, η αναπληρώτρια καθηγήτρια Πετράνκα Νεντέλτσεβα, επικεφαλής του Τμήματος Εκθέσεων και Διεθνών Δραστηριοτήτων του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας, δήλωσε στις 3 Οκτωβρίου, στο κρατικό βουλγαρικό πρακτορείο ειδήσεων BTA, ότι «ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΔΟΘΗΚΑΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ».
Προσβάλλοντας ευθέως το Σώμα, η Λίνα Μενδώνη επέλεξε να αφήσει χθες στο σκοτάδι βουλευτές και πολίτες, καθώς δεν δεσμεύτηκε να καταθέσει το πλήρες κείμενο της συμφωνίας προκειμένου να βγουν στο φως οι όροι της. Μάλιστα, σε μία εκτός μικροφώνου στιχομυθία με τον Δημήτρη Μάντζο του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος επέμενε να της φωνάζει «το μνημόνιο που υπογράψετε θα το δώσετε στη δημοσιότητα;», εκείνη ακούστηκε να απαντά προκλητικά «όταν έρθει η ώρα», προσπαθώντας να… δραπετεύσει.
Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης στηλίτευσαν τη μυστική διπλωματία, αλλά η Λίνα Μενδώνη στο πάνδημο αίτημα για δημοσιοποίηση της συμφωνίας αλλά και στις εύλογες αιτιάσεις περί «στρεβλής ανταλλακτικής λογικής» επέλεξε απλά να στραφεί κατά της αντιπολίτευσης, ισχυριζόμενη πως με «επιπολαιότητα» και «μηδενισμό» αντιμετωπίζει σύνθετα ζητήματα.
Στην ουσία, δεν είπε λέξη για τη συμφωνία, ούτε βεβαίως απάντησε στο βασικό ερώτημα, εάν δηλαδή τα τεράστιας αξίας 48 εκκλησιαστικά κειμήλια επέστρεψαν οριστικά στους νόμιμους κατόχους τους ή η Βουλγαρία εξακολουθεί να έχει την κυριότητά τους. Κι όλα αυτά βεβαίως όταν η Σόφια μιλά κυνικά για «αμοιβαία παράδοση προς φύλαξη».
Η υπουργός αμύνθηκε διά της… επιθέσεως στην αντιπολίτευση. «Αυτό το οποίο έρχεστε και μας λέτε είναι ότι κακώς επαναπατρίστηκαν τα αντικείμενα, ενώ θα υπήρχε μηδέν! Αυτό είναι. Οι μόνοι οι οποίοι ενδιαφέρθηκαν επί της ουσίας ήταν η Εκκλησία. Και έρχονται η Σύνοδος της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο και χαιρετίζουν αυτή τη συμφωνία, διότι είναι αυτοί οι οποίοι γνωρίζουν την ιστορία, την οποία εσείς επιδεικτικά αγνοείτε!» υποστήριξε, κατηγορώντας την αντιπολίτευση πως «μηδενίζει τα πάντα».
«Είναι αρπαγέντα πολιτιστικά αγαθά»
Παρεμβάσεις για το θέμα έκαναν όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με το ΠΑΣΟΚ να ζητά εδώ και τώρα τη δημοσιοποίηση του κειμένου της συμφωνίας, καταγγέλλοντας πως αυτό παραμένει «μυστικό», αλλά και την παρουσία της υπουργού Πολιτισμού στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για εξηγήσεις.
«Τελικά, τι είναι αυτό που έχετε υπογράψει με τη Βουλγαρία; Εχουμε οριστική απόδοση στους νόμιμους δικαιούχους ή προσωρινό δανεισμό; Μπορεί η βουλγαρική πλευρά να ζητήσει πίσω τα κειμήλια;» ρώτησε χαρακτηριστικά η Νάγια Γρηγοράκου του ΠΑΣΟΚ, επισημαίνοντας μάλιστα πως, εφόσον προχώρησε η μεταφορά των λειψάνων του Σαμουήλ, το βασικό μας διαπραγματευτικό χαρτί δεν βρίσκεται πλέον στα χέρια μας.
Από την πλευρά του ο «πράσινος» κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Δημήτρης Μάντζος ξεκαθάρισε πως τα κειμήλια είναι αρπαγέντα πολιτιστικά αγαθά και αποτελούν αντικείμενο λεηλασίας, επομένως δεν δύναται να μπαίνει στην ίδια διαπραγμάτευση αφενός ένα ανασκαφικό εύρημα με κλαπέντα κατά τη διάρκεια πολέμου αντικείμενα. Ταυτοχρόνως ζήτησε εξηγήσεις για το τι εστί «αμοιβαία κατάθεση», προκειμένου ακριβώς να μη δημιουργούνται περιθώρια παρερμηνειών για άλλες υποθέσεις, όπως τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Εντονα αντέδρασε και το ΚΚΕ, με τη Σεμίνα Διγενή να τονίζει πως ο Πολιτισμός δεν είναι εμπόρευμα για παζάρια πίσω από κλειστές πόρτες ούτε κυβερνητικό διαπραγματευτικό χαρτί. Την ίδια στιγμή, σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση άσκησε και η πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ Ρένα Δούρου, μιλώντας για μια υπόθεση «με τόσες σκοτεινές πλευρές, ασάφειες και ανακρίβειες που μοιάζει περισσότερο με colpo grosso εξαπάτησης και παραπλάνησης της κοινής γνώμης παρά με εθνικό θρίαμβο».
«Γιατί σιωπάτε απέναντι στις αποκαλύψεις της Πετράνκα Νεντέλτσεβα, επικεφαλής τμήματος του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας; Γιατί δεν λέτε τίποτα όταν μας λέει ότι “τα αντικείμενα δόθηκαν στην Ελλάδα απλώς προς χρήση, δεν διορίστηκαν, δεν μεταβιβάστηκε ιδιοκτησία τους”;» ρώτησε η Ρένα Δούρου, τονίζοντας πως η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει ποιος έχει την κυριότητα των κειμηλίων, ποιος έχει την κατοχή τους, αν είναι προσωρινή ή οριστική η παραχώρηση και αν υπάρχει δικαίωμα ανάκλησης ή επιστροφής.
«Πώς είναι δυνατόν να βάζουμε στην ίδια ζυγαριά και να εξισώνουμε 48 ιερά κειμήλια τα οποία αρπάχθηκαν βιαίως από τις ελληνορθόδοξες μονές της Μακεδονίας και της Θράκης κατά τη διάρκεια της πολεμικής λεηλασίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με νόμιμα ανασκαφικά ευρήματα από το ελληνικό έδαφος;» διερωτήθηκε από την πλευρά του ο Σπυρίδων Τσιρώνης της ΝΙΚΗΣ.
Οσο για την Ελλη Ρούσσου της Πλεύσης Ελευθερίας, κατήγγειλε πως η κυβέρνηση συμφώνησε στην επιστροφή ελάχιστων κειμηλίων από τα 6.000, παραδίδοντας ως αντάλλαγμα τα οστά του Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ, όπου ηθικά και διπλωματικά απεμπολήθηκε ένα κορυφαίο διαπραγματευτικό όπλο χωρίς να εξασφαλιστεί ούτε το 80% της κλαπείσας εθνικής κληρονομιάς.
