Με σταθερό βλέμμα στον άνθρωπο και στις αθέατες πλευρές της ζωής του, ο Θοδωρής Δεύτος επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα που θέτει δύσκολα ερωτήματα.
- Από τον
Ηλία Μαραβέγια
Στο τρένο της μοίρας κανένας δεν μπορεί να αλλάξει πορεία. Σεπτέμβριος 1968. Οταν οι ράγες σμίγουν στο Δερβένι, γεννιέται μια ιστορία που ταξιδεύει μέσα στον χρόνο, στην ενοχή και την επιθυμία. Σε μια Ελλάδα που σωπαίνει, δύο τρένα συγκρούονται, προκαλώντας ρωγμές που δεν γεμίζουν. Μια γυναίκα με σώμα σημαδεμένο θα αφήσει ένα κομμάτι της ζωής της στα συντρίμμια. Δύο αδέλφια θα αναγκαστούν να τραβήξουν χωριστούς δρόμους, με ένα κενό να τους ακολουθεί.
Εχοντας ως αφετηρία μια από τις πιο σιωπηλές τραγωδίες της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, ο Θοδωρής Δεύτος, με μακρά πορεία στη λογοτεχνία και την εκπαίδευση, επιστρέφει με το νέο του μυθιστόρημα «Τα τρένα που δεν έφτασαν ποτέ», ένα έργο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη και ισορροπεί ανάμεσα στη μνήμη και τη μυθοπλασία. Η έμπνευσή του αντλήθηκε από το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στο Δερβένι το 1968, με το θέμα ωστόσο να φέρνει μοιραία στον νου την πρόσφατη, ανοιχτή ακόμα πληγή της ελληνικής κοινωνίας από τα Τέμπη.
Στις σελίδες του βιβλίου του -που, σημειωτέον, άρχισε να γράφεται πριν επαναληφθεί η τραγωδία στις ράγες, το 2023, και ολοκληρώθηκε το περασμένο καλοκαίρι- ο συγγραφέας ξετυλίγει μια ιστορία για τη μοίρα, τα τραύματα που δεν επουλώνονται και τις ζωές που αλλάζουν για πάντα μέσα σε μια στιγμή. Ο ίδιος, στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά στο «Enjoy» για τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην αλήθεια και τη μυθοπλασία, ενώ εξηγεί γιατί οι πιο δυνατές ιστορίες είναι εκείνες που δεν ειπώθηκαν ποτέ ολοκληρωμένα.
Το νέο σας μυθιστόρημα, «Τα τρένα που δεν έφτασαν ποτέ», εμπνέεται από τη σιδηροδρομική τραγωδία στο Δερβένι το 1968 και κινείται ανάμεσα στη μοίρα και την ανθρώπινη επιλογή. Πόσο τελικά πιστεύετε ότι μπορούμε να αλλάξουμε τη «διαδρομή» μας;
Το Κισμέτ του καθενός θεωρώ ότι γράφεται από την κοιλιά της μάνας του. Κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει, πόσο μάλλον να το επηρεάσει. Αλλά και οι επιλογές παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδρομή μας. Ποιος από τους άτυχους επιβάτες της αμαξοστοιχίας 304 που επέστρεφαν ανυποψίαστοι στην πρωτεύουσα θα μπορούσε να προβλέψει τι θα αντιμετώπιζαν σε αυτή την καταστροφική διαδρομή; Ποιος θα μπορούσε να την επηρεάσει ή να την αποτρέψει; Η απάντηση είναι «κανείς». Ενας συνδυασμός κακών χειρισμών και αμέλειας των υπευθύνων οδήγησε στον τάφο 34 επιβάτες και οδήγησε στα νοσοκομεία πάνω από 100 τραυματίες.
Επιλέγετε ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα ως αφετηρία της ιστορίας. Τι σας ελκύει αφηγηματικά σε τέτοιου είδους τραυματικά γεγονότα;
Αυτό που με ελκύει αφηγηματικά είναι η αίσθηση της ανατροπής μέσα στην καθημερινότητα. Ενα τέτοιο τραυματικό γεγονός δίνει στην αφήγηση μια ένταση, γιατί φέρνει στο προσκήνιο τον ξαφνικό θάνατο, την απώλεια, αλλά και τις μικρές ζωές που αναγκάζονται να ξαναβρούν νόημα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με συγκλόνισαν τα γεγονότα που συνέβησαν μετά το δυστύχημα. Οι πορείες που ακολούθησαν τα δύο παιδιά που σώθηκαν, ενώ οι γονείς τους σκοτώθηκαν ακαριαία. Με συγκλόνισε ο τρόπος που σώθηκαν και η τραγική κατάληξη αυτής της ιστορίας. Οπως και η μετατραυματική πορεία της Γιαννούλας, της γυναίκας που σώθηκε με ένα βαρύ τραύμα να την ταλανίζει μέχρι και σήμερα. Η απάντηση, λοιπόν, στο ερώτημά σας είναι ότι με ελκύουν δυνατές, αληθινές, ανθρώπινες ιστορίες.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να ισορροπήσετε ανάμεσα στην ιστορική αλήθεια και τη μυθοπλασία;
Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν σίγουρα ο σεβασμός απέναντι στα πραγματικά θύματα και στις οικογένειές τους κι αυτό γιατί η ιστορία σε κάποια σημεία της γίνεται σκληρή, ασυνήθιστα σκληρή θα έλεγα. Πραγματικά έκανα μεγάλη προσπάθεια να μην ξεφύγω από το μέτρο στις περιγραφές μου και να προσβάλω τους ήρωές μου. Δεν ήταν εύκολο, γι’ αυτό και οι 30 τελευταίες σελίδες γράφτηκαν αργά, βασανιστικά αργά. Ηταν μια διαρκής αναμέτρηση, αλλά πιστεύω ότι η ειλικρίνεια και η ευθύτητα προς το ιστορικό πλαίσιο και τους ήρωες κράτησαν την σχέση της αφήγησης με την αλήθεια ζωντανή.
Οι ήρωές σας κουβαλούν τραύματα. Πιστεύετε ότι το τραύμα είναι τελικά αυτό που διαμορφώνει την ταυτότητά μας;
Σίγουρα ένα τραύμα μπορεί να αφήσει ισχυρό αποτύπωμα. Υπάρχουν διαφόρων ειδών τραύματα. Τα ψυχικά είναι εκείνα που πονούν περισσότερο. Οσον αφορά τα σωματικά, είναι δυνατόν ένας ακρωτηριασμός, ένα μόνιμο τραύμα να μην επηρεάσει τον πάσχοντα καθοριστικά; Αναμφίβολα η ζωή των επιζήσαντων σφραγίστηκε από αυτό το δυστύχημα ανεξίτηλα.
Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 παρουσιάζεται ως μια κοινωνία που σωπαίνει. Ποιες σιωπές εκείνης της εποχής θεωρείτε ότι μας ακολουθούν μέχρι σήμερα;
Νομίζω ότι πολλές από τις σιωπές εκείνης της εποχής είναι εκείνες που αφορούν τα κοινωνικά αδιέξοδα. Οι εποχές εκείνες δεν συγκρίνονται με τις σημερινές. Τότε υπήρχε χούντα, όλα τα εσκίαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Ποιος μπορούσε να εκφράσει τη διαμαρτυρία του, την ένστασή του; Σήμερα υπάρχει απόλυτη ελευθερία έκφρασης, ίσως σε υπερβολικό βαθμό, όπως παρατηρούμε τον τελευταίο καιρό. Επομένως, σιωπές σε αντίστοιχα θέματα δεν υπάρχουν. Υπάρχουν, όμως, οι σιωπές όσων πάσχουν, όσων εκείνο το δυστύχημα τους άφησε μια μόνιμη αναπηρία και εκείνων που έχασαν αγαπημένα πρόσωπα. Παιδιών που δεν γνώρισαν μανάδες, συζύγων που έχασαν τους συντρόφους τους, μανάδων που έχασαν τα παιδιά τους.
Οι οικογενειακοί δεσμοί και τα μυστικά βρίσκονται στον πυρήνα της ιστορίας. Τι σας γοητεύει περισσότερο σε αυτή τη θεματική;
Με γοητεύει το αναπάντεχο, ο αιφνιδιασμός, ο τρόπος που σώθηκαν τα δύο παιδιά, αλλά και η έκπληξη του τέλους, που είναι συγκλονιστική και μη αναμενόμενη. Με γοητεύουν επίσης η αγάπη, η συμπαράσταση, η αυταπάρνηση του Αντώνη, του συζύγου της Γιαννούλας, που μέχρι σήμερα, 58 χρόνια μετά, στέκεται δίπλα της βράχος αληθινός.
Παρατηρούμε ότι σε πολλά έργα σας επανέρχεται η έννοια της πατρίδας και της ταυτότητας. Πώς εξελίσσεται αυτή η σχέση μέσα στο νέο σας βιβλίο;
Η έννοια της πατρίδας είναι για μένα ύψιστη. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι έχω γράψει πέντε βιβλία για τις αλησμόνητες πατρίδες. Χωρίς πατρίδα, χωρίς ταυτότητα εθνοτική είσαι ένα φύλλο στον άνεμο. Στο συγκεκριμένο έργο μιλάμε για μια πατρίδα που μας πονάει. Μας πονάει γιατί υπήρχαν ανελευθερία, έλλειψη της δημοκρατικής έκφρασης των πολιτών, υπήρχαν πολλά στραβά κι ανάποδα. Σε αυτό το βιβλίο η έννοια της πατρίδας δεν είναι ένα στατικό, γεωγραφικό σημείο, αλλά μια ζωντανή διαδικασία. Η πατρίδα, λοιπόν, γίνεται ένας διάλογος, όχι μια σταθερή απάντηση και η ταυτότητα σχηματίζεται καθώς οι ήρωες αναστοχάζονται τις ρίζες τους αλλά και τις επιλογές τους.
Ως άνθρωπος που έχει υπηρετήσει τη δημόσια εκπαίδευση για δεκαετίες, θεωρείτε ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει και παιδευτικά;
Σαφέστατα. Η λογοτεχνία έχει μια φοβερή δύναμη να μας διδάσκει αξίες, να μας βοηθά να κατανοήσουμε διαφορετικές εμπειρίες, να αναπτύξουμε κριτική σκέψη. Μέσα από χαρακτήρες, πλοκές και σύμβολα, μας ανοίγει παράθυρα σε κόσμους που διαφορετικά δεν θα γνωρίζαμε.
Πόσο δύσκολο είναι να μιλά κανείς για ένα σιδηροδρομικό δυστύχημα στη λογοτεχνία, όταν η κοινωνία βιώνει ακόμα νωπές τραγωδίες όπως τα Τέμπη;
Είναι πράγματι δύσκολο, κι αυτό δεν είναι αδυναμία της λογοτεχνίας, αλλά ένδειξη της δύναμής της. Οταν μια κοινωνία έχει ακόμα ανοιχτό τραύμα, όπως μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, η αναφορά σε παρόμοια γεγονότα μέσα από τη λογοτεχνία δεν διαβάζεται ποτέ ουδέτερα. Φορτίζεται συναισθηματικά, ηθικά και πολιτικά. Ο αναγνώστης δεν βλέπει απλώς μια ιστορία – βλέπει αντανάκλαση της πραγματικότητας που πονά. Αυτός, άλλωστε, ήταν ο λόγος που η συγγραφή αυτού του βιβλίου διακόπηκε βίαια λόγω του δυστυχήματος των Τεμπών και συνεχίστηκε το περασμένο καλοκαίρι που θεωρητικά κάποια πράγματα καταστάλαξαν.
Σας φοβίζει που η πραγματικότητα καμιά φορά γίνεται πιο σκληρή κι από τη μυθοπλασία;
Δεν θα έλεγα «φόβο» με την ανθρώπινη έννοια, αλλά είναι κάτι που πάντα προκαλεί ένα είδος δέους και αμηχανίας. Η μυθοπλασία ακόμα και στις πιο σκοτεινές της στιγμές έχει ένα αόρατο πλαίσιο. Υπάρχει αρχή, μέση και τέλος. Υπάρχει μια νοηματοδότηση. Η πραγματικότητα, αντίθετα, δεν έχει καμία υποχρέωση να είναι δίκαιη ή συνεκτική. Ενα γεγονός όπως τα Τέμπη δεν κορυφώνεται δραματουργικά, απλώς συμβαίνει, αφήνοντας πίσω του ασυνέχεια, οργή και κενά. Και αυτό είναι που το κάνει να μοιάζει «σκληρότερο» από τη μυθοπλασία. Από την άλλη, ίσως εκεί βρίσκεται και ο λόγος ύπαρξης της λογοτεχνίας. Οχι για να ανταγωνιστεί τη σκληρότητα της πραγματικότητας, αλλά για να την αντέξει. Να της δώσει μορφή χωρίς να την εξημερώνει πλήρως. Να επιτρέψει στον άνθρωπο να σταθεί απέναντί της, χωρίς να καταρρεύσει. Οπότε όχι – δεν είναι τόσο ότι «φοβίζει». Είναι ότι μας υπενθυμίζει τα όρια, τόσο της φαντασίας όσο και της κατανόησης. Και ίσως γι’ αυτό συνεχίζουμε να αφηγούμαστε ιστορίες.
Υπάρχει, κατά την άποψή σας, μια «ηθική υποχρέωση» της λογοτεχνίας να συνομιλεί με την επικαιρότητα;
Νομίζω ότι η λογοτεχνία έχει μια μοναδική δύναμη να φωτίζει την επικαιρότητα, όχι απαραίτητα με έναν άμεσο δημοσιογραφικό τρόπο, αλλά με έναν βαθύτερο συναισθηματικό ή και υπαρξιακό τρόπο. Αρα, πιστεύω ότι έχει μια ηθική υποχρέωση, αλλά αυτή η υποχρέωση μπορεί να εκφραστεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους,
Κοιτώντας τη συγγραφική σας διαδρομή, τι θεωρείτε ότι έχει αλλάξει περισσότερο μέσα σας από το πρώτο σας βιβλίο μέχρι σήμερα;
Αυτή είναι μια πολύ βαθιά ερώτηση. Νομίζω πως αυτό που έχει αλλάξει περισσότερο είναι η αίσθηση της αυτοπεποίθησης, αλλά και η κατανόηση του τι πραγματικά θέλω να πω, τι θέλω να φωτίσω περισσότερο. Στο πρώτο μου βιβλίο ήμουν πιο άγουρος, είχα μεγαλύτερη ανασφάλεια, λιγότερη εμπιστοσύνη στις φωνές μου, ενώ σήμερα ύστερα από 13 βιβλία νιώθω ότι έχω μια πιο βαθιά σύνδεση με τους χαρακτήρες και τα θέματα που αγγίζω, έχω σιγουριά.

