Mireille M. Lee: «Οι αρχαίοι Ελληνες δεν έμοιαζαν με τα αγάλματά τους!»
Πόσο διαφορετική ήταν η πραγματική εικόνα των αρχαίων Ελλήνων από εκείνη που έφτασε μέχρι εμάς;
Αφήστε λίγο στην άκρη τις εικόνες των πάλλευκων μαρμάρων και των λιτών χιτώνων, που έχουμε συνηθίσει να συναντάμε στις προθήκες των μουσείων.
- Από τη Γιώτα Βαζούρα
Οι Κόρες της Ακρόπολης φορούσαν ενδύματα με διακοσμητικά στοιχεία με κίτρινες, μαύρες ακόμη και πορφυρές λεπτομέρειες, οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας χρησιμοποιούσαν ψιμμύθια (καλλυντικά) και αρώματα, στόλιζαν τα μαλλιά και το σώμα τους (όπως κι εμείς σήμερα), ενώ στα γυαλισμένα χάλκινα κάτοπτρα που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν το είδωλό τους εμφανιζόταν θολό. Σε αυτόν τον πολύχρωμο και πολύ πιο σύνθετο κόσμο μάς οδηγεί η δρ Mireille M. Lee, με επιστημονικό υπόβαθρο την κλασική αρχαιολογία, η οποία εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες μελετά το σώμα, την ενδυμασία, το φύλο και την ταυτότητα στην αρχαία Ελλάδα. Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Body, Dress, and Identity in Ancient Greece» κυκλοφόρησε από το Cambridge University Press το 2015, ήταν η πρώτη συνολική αγγλόφωνη επιστημονική μελέτη για την αρχαιοελληνική ενδυμασία εδώ και πάνω από 100 χρόνια. Το δεύτερο βιβλίο της, που βρίσκεται υπό έκδοση από τις εκδόσεις Oxford University Press, είναι αφιερωμένο στα αρχαιοελληνικά κάτοπτρα (καθρέφτες δηλαδή) και στις πολύ διαφορετικές σημασίες που αποκτούσαν στη ζωή των γυναικών.
Ιδρύτρια και εκτελεστική διευθύντρια του Foundation for Ethical Stewardship of Cultural Heritage, μέλος της Επιτροπής Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Archaeological Institute of America και Cultural Heritage Center του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, η δρ Mireille M. Lee μιλά στο «ENJOY» για όλα εκείνα τα «μικρά πράγματα» που συνήθως μένουν έξω από τη μεγάλη Ιστορία: τα ρούχα και τα χτενίσματα, τα καλλυντικά και τα κοσμήματα, τα πρότυπα ομορφιάς και τις κοινωνικές πιέσεις που βίωναν οι γυναίκες.
Η πολύχρωμη… αρχαία Ελλάδα
Το πρώτο στερεότυπο που έρχεται να καταρρίψει η αρχαιολογική έρευνα αφορά τα ίδια τα ρούχα. Και αυτό διότι η μόδα που έχουμε στο μυαλό μας για την αρχαία Ελλάδα είναι βασισμένη στα απλά λευκά ενδύματα και τα πτυχωτά υφάσματα. Πόσο αληθής είναι αυτή η εικόνα; «Η γενική αντίληψη που έχουμε για την ενδυμασία στην αρχαία Ελλάδα δεν είναι πραγματικά ακριβής» λέει στο «ENJOY» η κ. Lee. «Ενα μέρος του προβλήματος στη μελέτη της αρχαιοελληνικής ενδυμασίας είναι ότι τα υφάσματα, επειδή αποτελούνταν από οργανικά υλικά, δεν κατάφεραν να διατηρηθούν καλά στο ελληνικό κλίμα. Ετσι, δεν έχουν διασωθεί ολόκληρα ενδύματα, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στην Αίγυπτο. Γι’ αυτό και η κατανόησή μας για την αρχαιοελληνική ενδυμασία έχει βασιστεί κυρίως από τις αναπαραστάσεις της στην τέχνη, ιδιαίτερα στη γλυπτική, αλλά και στην αγγειογραφία». Από αυτές γνωρίζουμε ότι τα ενδύματα ήταν πράγματι κατά κανόνα πτυχωτά, τυλίγονταν γύρω από το σώμα και ορισμένες φορές στερεώνονταν με περόνες. Εκεί όμως περίπου τελειώνει η ομοιότητα με την εικόνα που έχουμε συνηθίσει. «Η αντίληψη ότι τα περισσότερα αρχαιοελληνικά ενδύματα ήταν κατάλευκα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα» επισημαίνει η κ. Lee. Ο λόγος είναι ότι τα περισσότερα αρχαιοελληνικά γλυπτά έχουν χάσει εδώ και αιώνες την αρχική τους βαφή, την περίφημη πολυχρωμία τους. Οσα αγάλματα θάφτηκαν σχετικά σύντομα μετά τη δημιουργία τους διατήρησαν πολύτιμα ίχνη αυτής της διαφορετικής πραγματικότητας.
«Για παράδειγμα, οι Κόρες της Ακρόπολης ανακαλύφθηκαν με ενδύματα διακοσμημένα με σχέδια σε κόκκινο, κίτρινο, μπλε και μαύρο χρώμα. Πρόσφατες επιστημονικές αναλύσεις των χρωστικών αποκάλυψαν λεπτομέρειες που δεν είναι ορατές με γυμνό μάτι, μεταξύ των οποίων γεωμετρικά και εικονιστικά διακοσμητικά μοτίβα». Παρόμοιες πληροφορίες αντλούμε από την αγγειογραφία, ειδικά από τις λευκές ληκύθους και γενικότερα τη τεχνική λευκού βάθους την οποία χρησιμοποιούσαν -όπου πολύχρωμες χρωστικές εφαρμόζονταν πάνω σε λευκό πήλινο υπόβαθρο-, αλλά και από τα ελάχιστα πολύτιμα ίχνη αρχαίων υφασμάτων που κατάφεραν να διασωθούν. «Γνωρίζουμε ότι τα υφάσματα κατασκευάζονταν από μαλλί, λινό, ακόμη και μετάξι, και βάφονταν σε μια μεγάλη ποικιλία χρωμάτων, ιδιαίτερα σε κόκκινες και πορφυρές αποχρώσεις. Η διακόσμηση συνήθως υφαινόταν μέσα στο ίδιο το ύφασμα, αν και χρησιμοποιούνταν επίσης το κέντημα, μια τεχνική ξένης προέλευσης». Το συμπέρασμά της ανατρέπει την εικόνα μιας σχεδόν μινιμαλιστικής αρχαιότητας: «Η αρχαιοελληνική ενδυμασία ήταν πολύ πιο πολύχρωμη και οπτικά σύνθετη απ’ όσο γενικά πιστεύουμε!»
«Τα ρούχα ήταν ένας τρόπος να δείξεις ποιος είσαι»
Οπως αναφέρει και στην επιστημονική της μελέτη, η ενδυμασία στην αρχαία Ελλάδα ήταν, εκτός από αισθητική επιλογή, και μια επιλογή που αντανακλούσε την ταυτότητα του ατόμου που τα φορούσε. «Σε μια κοινωνία χωρίς τεχνολογία και δίχως μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία οι άνθρωποι συναντούσαν ο ένας τον άλλον καταπρόσωπο σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, χώρους που είχαν τους δικούς τους κώδικες και τις δικές τους προσδοκίες, η εμφάνιση λειτουργούσε σαν μια πρώτη δήλωση ταυτότητας» μας λέει και συνεχίζει: «Το να είναι κάποιος κατάλληλα ντυμένος ήταν ένας τρόπος -ίσως Ο ΤΡΟΠΟΣ- να δείξει ότι ανήκε σε αυτούς τους χώρους και ότι κατανοούσε τους άγραφους κανόνες της ευπρέπειας»
Και οι κανόνες ήταν πολύ πιο σύνθετοι από την επιλογή ενός ενδύματος. Αφορούσαν τα είδη και τα χρώματα που επιτρεπόταν να φορούν άνδρες και γυναίκες, αλλά ακόμη και την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα ρούχα τους. «Τα βρόμικα ή κουρελιασμένα ρούχα θα σηματοδοτούσαν ότι κάποιος ήταν “ξένος” ή βρισκόταν εκτός της κοινωνικής ομάδας». Ρούχα, χτενίσματα και στολισμός αποκάλυπταν ακόμη και την ηλικιακή ταυτότητα. Παιδιά, έφηβοι και ενήλικες ακολουθούσαν διαφορετικές ενδυματολογικές συμβάσεις, ενώ ιδιαίτερα αυστηροί μπορούσαν να γίνουν οι κανόνες όταν κάποιος περνούσε το κατώφλι ενός ιερού. «Διαθέτουμε κείμενα που αναφέρουν ότι συγκεκριμένα αντικείμενα ή είδη ένδυσης έπρεπε ή, αντίθετα, απαγορευόταν να φορεθούν σε ιερούς χώρους». Ετσι, λοιπόν, «σε κάθε στάδιο της ζωής και σε κάθε κοινωνικό πλαίσιο η ενδυμασία ήταν ουσιαστικής σημασίας για την κατασκευή της ταυτότητας».
Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αρχαιοελληνική «μόδα» με τη σημερινή έννοια;
Η μόδα είναι σε μεγάλο βαθμό μια σύγχρονη έννοια, συνδεδεμένη με τα καπιταλιστικά συστήματα, όπου οι στιλιστικές αλλαγές καθορίζονται από τις αγορές και τους παραγωγούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι Ελληνες φορούσαν τα ίδια πράγματα επί αιώνες. Η ενδυμασία εξελισσόταν και νέα στιλ ή αντικείμενα εισάγονταν από άλλους πολιτισμούς, με τη μόνη διαφορά ότι οι αλλαγές ακολουθούσαν πολύ διαφορετικούς ρυθμούς από τους σημερινούς.
Πόσο απασχολούσε τους αρχαίους Ελληνες η ομορφιά;
Οι αποστάσεις ανάμεσα στον δικό μας κόσμο και τον κόσμο των αρχαίων Ελλήνων όμως μικραίνουν ακόμη περισσότερο όταν η συζήτηση περνά στην ομορφιά και το σώμα. «Για όσους διέθεταν ελεύθερο χρόνο, η επιδίωξη της ομορφιάς θα έμοιαζε αρκετά με τη σημερινή μας εμπειρία» υποστηρίζει η δρ Lee και συνεχίζει: «Οι νεαροί άνδρες ασκούνταν στο γυμνάσιο προκειμένου να αποκτήσουν ένα γυμνασμένο σώμα, ενώ οι γυναίκες βελτίωναν την εμφάνισή τους με καλλυντικά». Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση από τη σημερινή εμμονή με το να δείχνουμε νεότεροι. «Ο στόχος δεν ήταν απαραίτητα η “νεανικότητα”, αλλά η επίτευξη της καλύτερης δυνατής σωματικής εκδοχής του εαυτού τους». Ωστόσο, όπως μας διευκρινίζει και η ίδια, η δυνατότητα να ασχολείται κάποιος συστηματικά με την εμφάνισή του ήταν και ζήτημα κοινωνικής τάξης. Η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού δεν διέθετε ούτε τον απαιτούμενο ελεύθερο χρόνο ούτε τους οικονομικούς πόρους. «Η επιδίωξη της ομορφιάς ήταν στην πραγματικότητα μια έννοια που αφορούσε κυρίως την ελίτ».
Τι σήμαινε να είσαι όμορφος στην αρχαία Ελλάδα;
Για τους αρχαίους Ελληνες το να είσαι «όμορφος» δεν σήμαινε απλώς να έχεις ένα ελκυστικό πρόσωπο ή ένα καλοσχηματισμένο σώμα. «Η ελληνική λέξη “κάλλος”, που μεταφράζεται ως “ομορφιά ”, ήταν μια έννοια σύνθετη που περιελάμβανε και άλλες έννοιες. Επομένως, η ομορφιά ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με αντιλήψεις γύρω από τον χαρακτήρα και την πρέπουσα συμπεριφορά». Για τις γυναίκες, το ιδανικό συνδεόταν με τη νεότητα, την υγεία, τις αρμονικές αναλογίες και μια προσεκτικά ελεγχόμενη παρουσίαση του σώματος. Για τους άνδρες ήταν πιο έντονα σωματικό: αναλογίες, ζωτικότητα, αθλητική εμφάνιση. «Το όμορφο ανδρικό σώμα υποδήλωνε αυτοέλεγχο, σωματική υπεροχή και δύναμη». Οι ομοιότητες με το σήμερα είναι, κατά την ίδια, εντυπωσιακές. «Και εμείς δίνουμε αξία στη νεότητα, στη συμμετρία, στη σωματική άσκηση και την προσεκτικά διαμορφωμένη εμφάνιση». Με μια σημαντική εντούτοις διαφορά: Για τους αρχαίους Ελληνες η ομορφιά αντανακλούσε τον ηθικό χαρακτήρα ενός ανθρώπου με έναν τρόπο που στους περισσότερους από εμάς σήμερα είναι άγνωστος.
Η ρουτίνα ομορφιάς μιας αρχαίας Ελληνίδας
Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε μια γυναίκα της αρχαίας Ελλάδας καθώς ετοιμαζόταν, αρκετές από τις επιλογές της θα μας ήταν αρκετά οικείες. «Εκαναν μπάνιο, περιποιούνταν και χτένιζαν τα μαλλιά τους, αρωμάτιζαν το σώμα τους και χρησιμοποιούσαν καλλυντικά και κοσμήματα, όπως κάνουμε κι εμείς». Ακόμη και η λεπτή γραμμή που χώριζε την περιποίηση και την «υπερβολή» φαίνεται να θυμίζει εκπληκτικά τις σύγχρονες αντιλήψεις. Ετσι, και κατά την αρχαιότητα το πολύ μακιγιάζ αποφευγόταν, ενώ και τα εντυπωσιακά κοσμήματα έπρεπε να φοριούνται στο κατάλληλο πλαίσιο, «όχι στο ιερό, εκτός εάν σχεδίαζες να τα αφιερώσεις στη θεότητα». Αυτό που δεν θα αναγνώριζαν εύκολα οι αρχαίοι Ελληνες είναι η σημερινή εμμονή με τα brands. «Τα αρχαιοελληνικά προϊόντα ομορφιάς ήταν πολύ πιο φιλικά προς το περιβάλλον από τα δικά μας, καθώς απλώς ξαναγέμιζαν τα δοχεία όταν άδειαζαν». Ακόμη ένα στοιχείο, που ίσως οι περισσότεροι αγνοούσαμε; Είναι πως οι εύπορες γυναίκες δεν πραγματοποιούσαν πάντα μόνες τους όλες αυτές τις… καλλωπιστικές διαδικασίες. Και αυτό αφού η βοήθεια υπηρετικού προσωπικού αποτελούσε συνηθισμένο μέρος της καθημερινότητας των γυναικών της ελίτ.
Η ομορφιά και η κοινωνία
Για τις γυναίκες, ωστόσο, η εμφάνιση δεν ήταν καθαρά μία προσωπική επιλογή. Ηταν ένα πεδίο πάνω στο οποίο η κοινωνία ασκούσε έντονο έλεγχο και κριτική. «Στην αρχαιότητα, όπως και σήμερα, η προσωπική εμφάνιση των γυναικών βρισκόταν υπό τον έλεγχο της κοινότητας». Από τις γυναίκες αναμένονταν πρωτίστως «αιδώς», σεμνότητα και αυτοσυγκράτηση. Η γυναίκα που χρησιμοποιούσε την εμφάνισή της για να τραβήξει υπερβολικά την προσοχή μπορούσε εύκολα να ξεπεράσει τα αποδεκτά όρια. Η υπερβολική ενασχόληση με την εμφάνιση μπορούσε να εκληφθεί αρνητικά. Η ισορροπία ήταν λεπτή: να είναι κανείς όμορφος, αλλά όχι να φαίνεται ότι προσπαθεί υπερβολικά να γίνει όμορφος. Να προσελκύει το βλέμμα, αλλά μέσα στα όρια που καθόριζε η κοινωνία. Και η Lee υπενθυμίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβαιναν όλα αυτά: «Σε μια κοινωνία όπου οι γυναίκες δεν διέθεταν ουσιαστικά δικαιώματα ή προσωπική αυτονομία, η πίεση για συμμόρφωση ήταν πολύ ισχυρή».
Τι έβλεπαν οι γυναίκες στον καθρέφτη;
Από όλα τα αντικείμενα της γυναικείας περιποίησης, ένα έχει αποκτήσει ξεχωριστή θέση στην έρευνα της Lee. Το δεύτερο βιβλίο της, που βρίσκεται υπό έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Oxford University Press, είναι αφιερωμένο στους αρχαιοελληνικούς καθρέφτες. Και όσο περισσότερο τους μελετά κανείς, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει πως τα κάτοπτρα δεν ήταν απλώς αντικείμενα ματαιοδοξίας. «Οι καθρέφτες χρησιμοποιούνταν στην περιποίηση των μαλλιών, αλλά αποτελούσαν επίσης μέρος των γαμήλιων προετοιμασιών». Γι’ αυτό, όπως υπογραμμίζει η Lee, «είχαν τεράστια σημασία για τις γυναίκες σε ολόκληρη την ενήλικη ζωή τους». Παράλληλα, μπορούσαν να προσφερθούν ως αναθήματα σε ιερά, ιδιαίτερα σε θεότητες όπως η Αφροδίτη και η Άρτεμις. Και κάπου εδώ η ιστορία τους αποκτά μια πολύ πιο μυστηριώδη διάσταση: οι καθρέφτες συνδέθηκαν και με τη μαντεία. Οι καθρέφτες επιστρατεύονταν σε τελετουργίες μαντείας.
Ενα θολό είδωλο
Κάτι που επίσης οι περισσότεροι από εμάς δεν γνωρίζαμε είναι ότι οι αρχαίες Ελληνίδες δεν αντίκριζαν την καθαρή, σχεδόν φωτογραφική αντανάκλαση ενός σημερινού γυάλινου καθρέφτη. Κοιτούσαν μια γυαλισμένη επιφάνεια από μπρούντζο. «Η εμπειρία των γυναικών με τους καθρέφτες στην αρχαία Ελλάδα ήταν πολύ διαφορετική από τη δική μας» μας λέει η δρ Lee και συνεχίζει: «Οι γυαλισμένοι χάλκινοι καθρέφτες που χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Ελλάδα δημιουργούσαν ένα είδος θολού ειδώλου, το οποίο ήταν ανοιχτό σε ερμηνείες». Και ίσως ακριβώς αυτή η αμφισημία να βοηθά να καταλάβουμε γιατί ένα αντικείμενο που ξεκινούσε από την περιποίηση μπορούσε να περάσει στον χώρο του υπερφυσικού. «Η χρήση των καθρεφτών στη μαντεία τούς μετέτρεπε σε εργαλεία γυναικείας δύναμης, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για τη σύνδεσή τους με τη μαγεία και τη μαγγανεία». Υπήρχε άλλωστε η πεποίθηση πως μαζί με την εικόνα του ατόμου που καθρεφτιζόταν σε αυτό ο καθρέφτης μπορούσε να συλλάβει και την ψυχή του ειδώλου του.
Οι αρχαίοι Ελληνες δεν έμοιαζαν με τα αγάλματά τους
Υστερα από χρόνια μελέτης του σώματος, της ενδυμασίας και του στολισμού, ποια είναι όμως η μεγαλύτερη παρανόηση που η ίδια θα ήθελε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη να διορθώσει; «Πως οι αρχαίοι Ελληνες έμοιαζαν πραγματικά με τα αγάλματά τους! Η αρχαιοελληνική τέχνη αναπαριστά ιδανικά και όχι τους ανθρώπους όπως ήταν στην πραγματικότητα». Ισως τελικά αυτό ακριβώς κάνει τόσο γοητευτική τη μελέτη της ενδυμασίας: μας επιτρέπει να εγκαταλείψουμε για λίγο τους πολέμους και τους πολιτικούς και να εστιάσουμε στον μεγάλο πρωταγωνιστή της Ιστορίας: τον ίδιο τον άνθρωπο. Για την Αμερικανίδα ακαδημαϊκό η ενδυμασία, τα καλλυντικά, τα μαλλιά, τα κοσμήματα και οι καθρέφτες δεν αποτελούν δευτερεύουσες λεπτομέρειες μιας κατά τα άλλα «σοβαρότερης» ιστορίας. «Τα “μικρά πράγματα”, δηλαδή, τα καλλυντικά, τα μαλλιά, τα κοσμήματα, αποτελούν στην πραγματικότητα τα θεμέλια μιας κοινωνίας. Συνθέτουν τη βιωμένη εμπειρία πραγματικών ανθρώπων: ανδρών και γυναικών, νέων και ηλικιωμένων, ανθρώπων της ελίτ αλλά και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων». Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή, όπως υπενθυμίζει η κ. Lee, «η πολιτική και η στρατιωτική ιστορία γράφτηκαν μέσα από μια πολύ περιορισμένη οπτική, εκείνη του άνδρα της ελίτ». Αν λοιπόν θέλουμε να συναντήσουμε όχι την εξιδανικευμένη αρχαία Ελλάδα των αγαλμάτων αλλά τους πραγματικούς ανθρώπους που έζησαν μέσα σε αυτήν, ίσως πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα ακριβώς εκεί όπου για χρόνια δεν κοιτούσαμε. Στα χρωματιστά τους ρούχα, στα μαλλιά που χτένιζαν, στα αρώματα και τα καλλυντικά που χρησιμοποιούσαν, στα κοσμήματα που επέλεγαν – και στο θολό είδωλο που αντίκριζαν όταν έσκυβαν πάνω από έναν γυαλισμένο χάλκινο καθρέφτη.
