Νέα επιστημονικά δεδομένα ενισχύουν τις ανησυχίες για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της COVID-19 στην υγεία, καθώς μελέτη Αμερικανών ερευνητών δείχνει ότι η λεγόμενη long COVID ενδέχεται να συνδέεται με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων ακόμη και χρόνια μετά την αρχική λοίμωξη.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα επίμονα συμπτώματα που παραμένουν για μήνες μετά τη νόσηση δεν επηρεάζουν μόνο την καθημερινότητα των ασθενών, αλλά ενδέχεται να αποτελούν προειδοποιητικό σημάδι για μελλοντικά καρδιολογικά προβλήματα, όπως στηθάγχη και έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Τι είναι η long COVID
Η long COVID αποτελεί μία χρόνια κατάσταση που εμφανίζεται σε ορισμένους ασθενείς μετά τη λοίμωξη από τον κορωνοϊό. Ως long COVID χαρακτηρίζεται η παραμονή συμπτωμάτων για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών μετά την αρχική νόσηση.
Τα συμπτώματα μπορεί να είναι πολυάριθμα και να επηρεάζουν διαφορετικά συστήματα του οργανισμού, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων έντονη κόπωση, δύσπνοια, γνωστικές δυσκολίες αλλά και καρδιαγγειακές ενοχλήσεις.
Η νέα έρευνα, ωστόσο, υποδεικνύει ότι οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι βαθύτερες και πιο μακροχρόνιες από ό,τι εκτιμούσαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες.
Η μελέτη σε περισσότερους από 8.300 ασθενείς
Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση Clinical Medicine Insights: Cardiology και βασίζονται στην ανάλυση στοιχείων από 8.332 άτομα με ιστορικό λοίμωξης COVID-19.
Από αυτούς, σχεδόν το 14% ανέφερε ότι εμφάνισε επίμονα συμπτώματα μετά την αρχική νόσηση, ενώ το 7,4% είχε λάβει διάγνωση για κάποιο καρδιαγγειακό πρόβλημα.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι οι ασθενείς με long COVID ήταν συχνότερα γυναίκες, καθώς αποτελούσαν το 66% της συγκεκριμένης ομάδας, έναντι 52% των ατόμων που δεν εμφάνισαν παρατεταμένα συμπτώματα. Όσον αφορά την ηλικιακή κατανομή, το 53% των συμμετεχόντων ήταν μεταξύ 18 και 50 ετών, το 27% ανήκε στην ηλικιακή ομάδα 51 έως 64 ετών, ενώ οι υπόλοιποι ήταν άνω των 65 ετών.
Η ανάλυση των ιατρικών φακέλων έδειξε ότι η long COVID συνδέθηκε με αύξηση κατά μέσο όρο 37% στην πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών προβλημάτων.
Ειδικότερα, οι ασθενείς με επίμονα συμπτώματα παρουσίασαν:
- 81% υψηλότερο κίνδυνο διάγνωσης στηθάγχης, δηλαδή πόνου στο στήθος που σχετίζεται με μειωμένη αιμάτωση της καρδιάς.
50% αυξημένη πιθανότητα εμφράγματος του μυοκαρδίου. - Παράλληλα, καταγράφηκαν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης καρδιοπάθειας κατά 23% και εγκεφαλικού επεισοδίου κατά 28%, ωστόσο οι συγκεκριμένες διαφορές δεν κρίθηκαν στατιστικά σημαντικές.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό θεωρείται το γεγονός ότι η long COVID συνδέθηκε με 2,6 φορές περισσότερες πιθανότητες καρδιαγγειακών διαγνώσεων κατά την ίδια ή την επόμενη χρονιά από τη νόσηση, ενώ τα επόμενα χρόνια ο κίνδυνος φάνηκε να αυξάνεται ακόμη περισσότερο, φτάνοντας σε 8,6 φορές υψηλότερα επίπεδα.
Οι πιθανοί βιολογικοί μηχανισμοί
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι μέρος της συσχέτισης μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι οι ασθενείς που εμφανίζουν long COVID είχαν συχνά πιο σοβαρή ή παρατεταμένη αρχική λοίμωξη.
Ωστόσο, ολοένα και περισσότερες έρευνες δείχνουν ότι η long COVID και τα καρδιαγγειακά νοσήματα ενδέχεται να μοιράζονται κοινούς βιολογικούς μηχανισμούς. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η χρόνια φλεγμονή, η ενδοθηλιακή δυσλειτουργία που επηρεάζει τα αγγεία και μπορεί να οδηγήσει σε στενώσεις των αρτηριών, καθώς και η απορρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος.
Ένα σύνδρομο με μακροχρόνιες επιπτώσεις
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα νέα δεδομένα ενισχύουν την άποψη πως η long COVID δεν αποτελεί απλώς κατάλοιπο μιας σοβαρής λοίμωξης, αλλά πιθανώς ένα ξεχωριστό μετα-ιικό σύνδρομο με σημαντικές συνέπειες για την καρδιαγγειακή υγεία.
Τα ευρήματα βρίσκονται σε συμφωνία με αντίστοιχη μελέτη που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στη Σουηδία και ενισχύουν την ανάγκη για στενότερη παρακολούθηση των ασθενών που εμφανίζουν επίμονα συμπτώματα μετά από λοίμωξη COVID-19.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η έγκαιρη αναγνώριση πιθανών καρδιαγγειακών επιπλοκών μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την πρόληψη σοβαρών προβλημάτων υγείας στο μέλλον.
