Ενημερωτικό δελτίο του ΕΟΔΥ, όπου το εξέδωσε ο κτηνίατρος και μεταδιδακτορικός ερευνητής Γεώργιος Δουγάς αναφέρεται στους τρόπους αντιμετώπισης του λαγοκέφαλου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, έχουν καταγραφεί 28 επιθέσεις με δήγματα και τουλάχιστον 170 περιστατικά δηλητηρίασης, εκ των οποίων 143 ήταν μη θανατηφόρα και 27 θανατηφόρα.
Σχετικά με τη δημόσια υγεία, πρέπει να διαχωριστούν δύο διαφορετικοί κίνδυνοι: ο πρώτος αφορά τη δηλητηρίαση από τετροδοτοξίνη, η οποία σχετίζεται με την κατανάλωση του ψαριού και όχι με το δήγμα, και ο δεύτερος αφορά τον τραυματισμό από δήγμα, που δύναται να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές λόγω μηχανικής κάκωσης, αιμορραγίας, απώλειας ιστού και πιθανής επιμόλυνσης του τραύματος.
Η κλινική αντιμετώπιση ενός δήγματος περιλαμβάνει τοπική αντισηψία, αιμόσταση και αποστειρωμένη κάλυψη του τραύματος, ενώ η άμεση ιατρική εξέταση είναι απαραίτητη για την εκτίμηση της βαρύτητας και την προφύλαξη κατά του τετάνου. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην ανάγκη χορήγησης αντιτετανικής αγωγής, καθώς το δήγμα του λαγοκέφαλου μπορεί να θεωρηθεί ρυπαρό ή σοβαρό τραύμα, ειδικά αν είναι βαθύ ή συνοδεύεται από απώλεια ιστού.
Η χορήγηση αντιβιοτικών θα πρέπει να αποφασίζεται από τον γιατρό, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη θέση του τραύματος, καθώς και τους ατομικούς παράγοντες κινδύνου, με έμφαση στην κάλυψη τόσο των συνηθισμένων μικροοργανισμών του δέρματος όσο και θαλάσσιων Gram-αρνητικών βακτηρίων όπως Vibrio spp., Aeromonas spp., Shewanella algae, Photobacterium damselae και Pseudomonas spp.
Όσον αφορά τη δηλητηρίαση από τετροδοτοξίνη, τα αλιευτικά προϊόντα από δηλητηριώδη ψάρια της οικογένειας Tetraodontidae, στην οποία ανήκει ο λαγοκέφαλος, απαγορεύεται να διατίθενται στην αγορά. Η τετροδοτοξίνη δεν εξουδετερώνεται με το μαγείρεμα και δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μέσα σε λίγα λεπτά έως ώρες μετά την κατανάλωση και περιλαμβάνουν μούδιασμα γύρω από το στόμα, γαστρεντερικά προβλήματα, ζάλη, δυσκολία στην ομιλία και κατάποση, μεταξύ άλλων.
Η κατανάλωση λαγοκέφαλου, ακόμα και χωρίς την εμφάνιση συμπτωμάτων, θεωρείται επικίνδυνη και απαιτεί άμεση επικοινωνία με το Κέντρο Δηλητηριάσεων ή το ΕΚΑΒ και γρήγορη μεταφορά στο νοσοκομείο για παρακολούθηση. Τα περιστατικά που επιβιώνουν από την οξεία φάση συνήθως αναρρώνουν με υποστηρικτική θεραπεία, καθώς η τοξίνη απομακρύνεται σταδιακά.

