Το 2025, στη χώρα μας καταγράφηκαν συνολικά 180 κρούσματα νόσου των λεγεωναρίων, με την πλειονότητα να αφορά ταξιδιώτες που επισκέφθηκαν την Ελλάδα, σύμφωνα με τα δεδομένα του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ).
Η νόσος εμφανίστηκε κυρίως σε άνδρες και σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, με τον μεγαλύτερο αριθμό περιστατικών να καταγράφεται τον Σεπτέμβριο.
Η επιτήρηση των κρουσμάτων γίνεται μέσω δύο συστημάτων: το Σύστημα Υποχρεωτικής Δήλωσης Νοσημάτων (Σ.Υ.Δ.Ν.), που παρακολουθεί τα περιστατικά που διαγιγνώσκονται σε νοσοκομεία της χώρας, και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Επιτήρησης της Νόσου των Λεγεωνάριων (ELDSNet), που καταγράφει κρούσματα σε ξένους επισκέπτες που εκτέθηκαν πιθανόν στη Λεγεωνέλλα κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Ελλάδα.
Από το σύνολο των 180 κρουσμάτων, τα 100 δηλώθηκαν μέσω του Σ.Υ.Δ.Ν., ενώ τα υπόλοιπα 80 μέσω του ELDSNet.
Τα περισσότερα κρούσματα που αναφέρθηκαν μέσω του ELDSNet σχετίζονται με ταξιδιώτες στις περιοχές της Κρήτης, των Ιονίων Νήσων και του Νοτίου Αιγαίου.
Παρά την καταγραφή των περιστατικών, η επίπτωση της νόσου παρέμεινε χαμηλή, με 0,8 κρούσματα ανά 100.000 κατοίκους, και δεν σημειώθηκε επιδημική έξαρση σε εθνικό επίπεδο.
Όπως εξηγεί η επισκέπτρια Υγείας του Τμήματος Λοιμώξεων Αναπνευστικού του ΕΟΔΥ, Αναστασία Ανδρεοπούλου, το βακτήριο της Λεγεωνέλλας είναι ευρέως διαδεδομένο σε φυσικά υδάτινα περιβάλλοντα και έχει εντοπιστεί σε δείγματα εδάφους—κυρίως το είδος Legionella longbeachae.
Το βακτήριο αποικίζει εύκολα δίκτυα ύδρευσης, ιδίως αυτά με θερμό και κρύο νερό, όπως δεξαμενές και σωληνώσεις με περιορισμένη ροή νερού. Οι ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξή του είναι θερμοκρασίες νερού από 25 έως 42°C.
Η Λεγεωνέλλωση είναι οξεία βακτηριακή λοίμωξη του αναπνευστικού, η οποία προκαλεί κυρίως πνευμονία και αποτελεί σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας, με θνητότητα που κυμαίνεται από 5 έως 30%.
Η μετάδοση της νόσου γίνεται μέσω εισπνοής αερολυμάτων που περιέχουν το βακτήριο, όπως αυτά που δημιουργούνται σε ντους ή άλλα συστήματα νερού, ενώ δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ο χρόνος επώασης κυμαίνεται από 2 έως 10 ημέρες, συνήθως 5-6 ημέρες.
Υψηλότερο κίνδυνο διατρέχουν άτομα άνω των 50 ετών, καπνιστές και όσοι έχουν χρόνια νοσήματα ή εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.
Η νόσος παρουσιάζει εποχικότητα, με τα περιστατικά να εμφανίζονται κυρίως τους καλοκαιρινούς και πρώτους φθινοπωρινούς μήνες, λόγω αυξημένης τουριστικής δραστηριότητας, υψηλών θερμοκρασιών και επαναλειτουργίας εποχικών καταλυμάτων μετά το χειμερινό διάστημα αχρηστίας των δικτύων ύδρευσης.
Η πρόληψη βασίζεται στη σωστή συντήρηση και απολύμανση των συστημάτων ύδρευσης και κλιματισμού, τακτικούς ελέγχους και εφαρμογή κατάλληλων μέτρων από εξειδικευμένο προσωπικό, ιδιαίτερα σε τουριστικά καταλύματα, νοσοκομεία και μονάδες μακροχρόνιας φροντίδας υγείας, με στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας και του τουρισμού.

