Οι ραγδαίες εδαφικές κατακτήσεις των Χούθι στην Υεμένη και τα συνεχή χτυπήματα εναντίον της Σαουδικής Αραβίας εγκλωβίζουν το αραβικό βασίλειο σε μια γεωπολιτική «μέγγενη». Παρότι η επίσημη γραμμή του Ριάντ απορρίπτει το σενάριο ενός ολοκληρωτικού πολέμου, η επιθετική στάση των ανταρτών ενδέχεται να παρασύρει τη χώρα σε μια ευρύτερη σύρραξη.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα περιθώρια στενεύουν επικίνδυνα. Ο Μοχάμεντ Αλ-Μπάσα, σύμβουλος διαχείρισης κινδύνου στην Ουάσιγκτον, επισημαίνει ότι τα δεδομένα «δείχνουν προς μια μεγάλης κλίμακας σαουδαραβική αντεπίθεση και αυτή η πιθανότητα αυξάνεται μέρα με τη μέρα», ξεκαθαρίζοντας πως «σε αυτό το σημείο δεν έχουν επιλογή».
Τις τελευταίες ημέρες, οι αντάρτες κατέλαβαν το κομβικό νησί Περίμ και το λιμάνι Μόχα, επιχειρώντας να ελέγξουν τα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Σχεδόν ταυτόχρονα, επίθεση με drones από το Ιράκ έθεσε εκτός λειτουργίας τον κεντρικό σαουδαραβικό πετρελαιαγωγό East-West. Ο Ντόναλντ Τραμπ υπέδειξε την Τεχεράνη ως υπεύθυνη, δεδομένης της δράσης ιρανικών πολιτοφυλακών στο ιρακινό έδαφος. Το Ριάντ είχε ήδη εντείνει τη χρήση του συγκεκριμένου αγωγού για να παρακάμψει τα Στενά του Ορμούζ και προετοιμαζόταν για συντονισμένα χτυπήματα από συμμαχικές ομάδες των Χούθι.
Ανισορροπία δυνάμεων και ξεκάθαρες απαιτήσεις
Παρά το χάσμα στρατιωτικής ισχύος, οι Χούθι αποδεικνύονται εξαιρετικά ανθεκτικοί. Αντλώντας στήριξη από το Ιράν, έχουν αναβαθμίσει το οπλοστάσιό τους, ενώ κεφαλαιοποιούν πολιτικά τις πρόσφατες επιθέσεις κατά του Ισραήλ. Στόχος τους παραμένει η άρση του σαουδαραβικού αποκλεισμού στη βόρεια Υεμένη. Όπως δήλωσε ο επικεφαλής του πρακτορείου Saba, Νάσρ αλ-Ντιν Άμερ, οι επιθέσεις θα συνεχιστούν για να «ασκούν πίεση» μέχρι το Ριάντ να «άρει την άδικα επιβληθείσα από τον σαουδαραβικό εχθρό πολιορκία εδώ και 12 χρόνια».
Η παγίδα της κλιμάκωσης και η απροθυμία των ΗΠΑ
Μια αποφασιστική στρατιωτική απάντηση εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους. Η ερευνήτρια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, Τσίντζια Μπιάνκο, υπογραμμίζει πως «η Σαουδική Αραβία έχει πραγματικά περιορισμένες επιλογές στη σύγκρουση με τους Χούθι». Εάν το Ριάντ «πράγματι αποφασίσει να τα δώσει όλα», η σύγκρουση θα μπορούσε να γενικευτεί. «Θα ήταν δύσκολο, τότε, να περιοριστεί η σύγκρουση αποκλειστικά σε μια κατάσταση που αφορά την Υεμένη, αντί να αποτελέσει ένα κεφάλαιο του ευρύτερου πολέμου ΗΠΑ-Ιράν, στον οποίο η Σαουδική Αραβία θα εισερχόταν πλέον ως εμπόλεμη πλευρά στο πλευρό των ΗΠΑ», εξηγεί η ίδια.
Την ίδια ώρα, η αμερικανική κυβέρνηση απορρίπτει τις πιέσεις για απευθείας εμπλοκή. Σύμφωνα με την κ. Μπιάνκο, ο Τραμπ «δεν βρίσκεται σε θέση να ενισχύσει περαιτέρω τη δέσμευση στην περιοχή σε αυτή την πολιτική συγκυρία». Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε πως οι αντάρτες επικοινώνησαν μαζί του: «Θα προτιμούσαν πολύ περισσότερο να μην εμπλακούμε και αφήνουν τα περισσότερα πλοία να διέρχονται. Υπάρχει μόνο μία χώρα με την οποία δεν είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένοι και θα το διευθετήσουμε αυτό». Παρότι ο Σαουδάραβας διάδοχος ζήτησε αμερικανικά χτυπήματα, η συνδρομή των ΗΠΑ περιορίζεται σε περίπου 100 στρατιωτικούς συμβούλους. Από την πλευρά του, ο πρώην σύμβουλος της σαουδαραβικής κυβέρνησης, Ναουάφ Ομπέιντ, υποστηρίζει πως «το αίτημα της Σαουδικής Αραβίας δεν ήταν ποτέ για αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές» και πως «μέχρι σήμερα, αυτή η υποστήριξη έχει παραμείνει περιορισμένη».
Το τέλος της διπλωματίας
Τα περιθώρια πολιτικής λύσης φαίνεται να έχουν εξαντληθεί. Η στρατηγική υπομονή του Ριάντ δεν απέδωσε, ενώ ένας συμβιβασμός θα μεταφραζόταν σε βαριά ήττα. «Και αυτή είναι μια πολύ δαπανηρή υποταγή. Στην ουσία πρόκειται για παράδοση», τονίζει ο κ. Αλ-Μπάσα.
Ο γεωπολιτικός αναλυτής Σαλμάν Αλ-Ανσάρι προβλέπει άμεσες εξελίξεις: «Με την υποστήριξη του υπό σαουδαραβική ηγεσία συνασπισμού, η στρατιωτική εκστρατεία της κυβέρνησης της Υεμένης κατά των Χούθι βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και αναμένω ότι θα ενταθεί σημαντικά τις επόμενες ημέρες ή ακόμη και ώρες», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για «μεγάλες εκπλήξεις σε πολλαπλά μέτωπα». Ωστόσο, προειδοποιεί πως το Ριάντ δεν θα προχωρήσει «χωρίς σταθερή, διαρκή και ξεκάθαρη διεθνή υποστήριξη», καταλογίζοντας στη διεθνή κοινότητα ότι «έκανε σοβαρό λάθος, επειδή δεν έλαβε υπόψη τις προηγούμενες προειδοποιήσεις της Σαουδικής Αραβίας και της κυβέρνησης της Υεμένης». Πρόσθεσε δε, ότι «το Ριάντ αναμένει πλέον από τη διεθνή κοινότητα να αλλάξει πορεία και να στηρίξει πλήρως την απελευθέρωση της Υεμένης από αυτή την κακόβουλη πολιτοφυλακή».

