«Η ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα είναι η ακριβότερη στην Ευρώπη» υποστήριξαν χθες εκπρόσωποι των μεγάλων βιομηχανιών της χώρας που συμμετέχουν στην Ενωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ). Οι βιομηχανικοί καταναλωτές θεωρούν ανεπαρκείς τις μειώσεις που προβλέπονται στα νέα τιμολόγια τα οποία ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα η ΔΕΗ στη μέση και στην υψηλή τάση. Επανέλαβαν ότι με τις σημερινές επιβαρύνσεις θα συνεχιστεί η αποβιομηχάνιση της χώρας, με οδυνηρές συνέπειες για την οικονομία και τις θέσεις εργασίας. Γι’ αυτό και η ΕΒΙΚΕΝ ζητά νέες διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση και τη ΔΕΗ, με στόχο το ενεργειακό κόστος να προσεγγίσει τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Μάλιστα, τόνισαν ότι η ΔΕΗ πραγματοποιεί βήματα προόδου ώστε να μειωθεί το κόστος ενέργειας, αλλά το τελικό τιμολόγιο που πληρώνουν οι βιομηχανίες επιβαρύνεται με πλήθος άλλων χρεώσεων. Ανέφεραν, για παράδειγμα, το κόστος χρήσης των δικτύων που είναι ρυθμιζόμενο, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, το πρώην τέλος ΑΠΕ (ΕΤΜΕΑΡ) και τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ).
«Τα νέα τιμολόγια που αφορούν μεγάλους πελάτες μέσης τάσης εμπεριέχουν σημαντικές μειώσεις στις χρεώσεις του ανταγωνιστικού σκέλους σε σχέση με τις μέχρι σήμερα χρεώσεις» υποστηρίζουν στη ΔΕΗ. Προσθέτουν πως «για τις μεγάλες βιομηχανίες της υψηλής τάσης τα ενιαία τιμολόγια παρέμειναν σταθερά από τον Ιούλιο του 2008, τα νέα τιμολόγια προσφέρουν επίσης σημαντικές βελτιώσεις στη δομή και στις τιμές, ανάλογα με το προφίλ κατανάλωσης κάθε πελάτη».
Από τα στοιχεία που παρουσίασαν χθες οι εκπρόσωποι της ΕΒΙΚΕΝ προκύπτει ότι το κόστος της ενέργειας στη μέση τάση αυξήθηκε κατά 45% από το 2005. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι με τα νέα τιμολόγια που παρουσίασε η ΔΕΗ οι μειώσεις διαμορφώνονται στις περισσότερες περιπτώσεις στο 5% και κλιμακώνονται έως το 10%. Την ίδια στιγμή, κατά την ΕΒΙΚΕΝ, στην υψηλή τάση το κόστος της ενέργειας στην καλύτερη περίπτωση παραμένει στα ίδια επίπεδα με τα νέα τιμολόγια, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις όπου θα υπάρξουν αυξήσεις.


