Χωρίς ξεκάθαρο χρονικό ορίζοντα για τον τερματισμό των αεροπορικών επιχειρήσεων της Σαουδικής Αραβίας και των συμμάχων της σε βάρος των σιιτών ανταρτών Χούτι στην Υεμένη συνεχίσθηκε χθες για δεύτερη μέρα το σφυροκόπημα των πολεμικών αεροσκαφών. Μπορεί ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Ριάντ Γιασίν, να δήλωσε χθες στο BBC, εν όψει της σημερινής Συνόδου Κορυφής του Αραβικού Συνδέσμου, πως «εφόσον ολοκληρώσουν την αποστολή» θα σταματήσουν «μέσα στις επόμενες λίγες μέρες ή ώρες» (συμπληρώνοντας, σε μάλλον απολογητικό τόνο, πως «αναγκαστήκαμε να ζητήσουμε μία σύντομη και έντονη επιχείρηση»).
Και στο έδαφος
Ομως νωρίτερα ο σύμβουλος του Σαουδάραβα υπουργού Αμυνας, Αχμέντ μπιν Χασάν Ασίρι, είχε δηλώσει ότι «οι επιχειρήσεις θα συνεχισθούν για όσο καιρό παραστεί ανάγκη, μέχρι να έχουν επιτευχθεί όλοι οι στόχοι», χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο επιχειρήσεων από το έδαφος, διευκρινίζοντας πάντως πως δεν υπάρχει σχέδιο για κάτι τέτοιο.
Οπως δήλωσε χθες ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Φίλιπ Χάμοντ, η Σαουδική Αραβία αισθάνθηκε ότι είναι απαραίτητο να επέμβει στην Υεμένη προκειμένου να αποτρέψει την κατάληψη της εξουσίας από ένα «υποστηριζόμενο από το Ιράν καθεστώς». «Γνωρίζουμε ότι υπήρξε υποστήριξη από την πλευρά του Ιράν προς τους Χούτι και όλοι επιθυμούμε αυτός να μη γίνει ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων» σχολίασε.
Ο πρώτος απολογισμός των νεκρών -στο σύνολό τους άμαχοι- έκανε λόγο για τουλάχιστον 39 ανθρώπους, καθώς στο στόχαστρο της επιχείρησης έχει βρεθεί κυρίως η πυκνοκατοικημένη πρωτεύουσα Σαναά, που βρίσκεται υπό τον έλεγχο των φιλοϊρανών ανταρτών Χούτι. Χθες τα ξημερώματα τα πολεμικά αεροσκάφη χτύπησαν στόχους στη Σαναά, κοντά στο προεδρικό μέγαρο, και συγκεκριμένα βάσεις της Ρεπουμπλικανικής Φρουράς που υποστηρίζει τους Χούτι και συνδέεται με τον πρώην πρόεδρο της Υεμένης Αλι Αμπντάλα Σάλεχ. Επίσης, μια αεροπορική βάση στην πετρελαιοπαραγωγική περιοχή Μαρίμπ και δύο περιοχές στην επαρχία Σααντά -μεταξύ αυτών και μία αγορά στην πόλη Κατάφ αλ Μποκάα-, που αποτελεί το βόρειο προπύργιο των ανταρτών, οι οποίοι έχουν πάρει στα χέρια τους την εξουσία από τον Ιανουάριο, οδηγώντας την κυβέρνηση στην απόφαση να ζητήσει την εξωγενή παρέμβαση.



