Γιατί το Βερολίνο εμφανίζεται εντελώς «ήσυχο» για την κυριαρχία του στις διαπραγματεύσεις επί των προαπαιτούμενων και γιατί η «χαλάρωση» που προσφέρει σε διάφορους υπουργούς δεν βοηθά καθόλου την Ελλάδα
Από τον
Ανδρέα Καψαμπέλη
Οι αναταράξεις που σημειώνονται ακόμη και τώρα με αφορμή θέματα όπως είναι τα «κόκκινα» δάνεια δεν προκαλούν ιδιαίτερες ανησυχίες για τη στάση της Ελλάδας απέναντι στους δανειστές. Τουλάχιστον αυτή είναι η εικόνα που επικρατεί, σύμφωνα με πληροφορίες της «κυριακάτικης δημοκρατίας», στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, την ώρα που στην Αθήνα η κυβέρνηση έχει τεθεί πάλι σε κατάσταση συναγερμού, ώστε να μπορέσει να περάσει από τη Βουλή το νέο πακέτο προαπαιτουμένων για την υποδόση του 1 δισ. ευρώ…
Η βεβαιότητα των δανειστών, όπως αναφέρουν αξιόπιστοι παράγοντες, δεν πηγάζει τόσο από τη «χημεία» που μετεκλογικά έχει διαμορφωθεί μεταξύ των δύο πλευρών όσο από τα αμείλικτα δεδομένα που έχουν επιβληθεί. Ιδιαίτερα για το Βερολίνο, που δίνει τον ρυθμό των εξελίξεων, το μνημονιακό πρόγραμμα εξελίσσεται κατά τέτοιο τρόπο που διασφαλίζει απόλυτα τα στρατηγικά συμφέροντα της Γερμανίας ως κυρίαρχης δύναμης στην Ευρώπη.
Ωστόσο, την ίδια στιγμή παρατηρούνται αρκετοί ελιγμοί στα επιμέρους στάδια των διαπραγματεύσεων που δημιουργούν μια ασάφεια και δίνουν συχνά την εντύπωση της χαλάρωσης των πιέσεων προς την ελληνική πλευρά. Η αλήθεια είναι ότι οι δανειστές έχουν αποφασίσει να εγκαταλείψουν τη μετωπική τακτική που ακολουθούσαν στο παρελθόν και να εμφανίζονται πιο διαλλακτικοί στις συζητήσεις τους με την ελληνική κυβέρνηση. Στο πλαίσιο αυτό κάνουν και υποχωρήσεις, δεχόμενοι τη μετάθεση για αργότερα των πιο επώδυνων αποφάσεων όπως π.χ. για το Ασφαλιστικό. Αλλωστε, αν και το τρίτο Μνημόνιο προέβλεπε την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης ως ανελαστική προϋπόθεση για να τηρήσουν οι δανειστές τις δικές τους υποχρεώσεις, αυτό στην πράξη άλλαξε. Μάλιστα, δεν λείπουν οι πληροφορίες και οι εκτιμήσεις του γερμανικού Τύπου ότι η όλη διαδικασία μπορεί να παραταθεί έως και το ερχόμενο καλοκαίρι μαζί με την καθυστέρηση για την έναρξη συζήτησης σχετικά με το χρέος.
Διαφορετικοί λόγοι
Γνώστες του παρασκηνίου αποκαλύπτουν ότι αυτή η μέθοδος εξυπηρετεί στην πραγματικότητα για διαφορετικούς λόγους και τις δύο πλευρές. Από τη στιγμή που η Ελλάδα έχει ψηφίσει και υπογράψει όλες τις δεσμεύσεις του τρίτου Μνημονίου, οι δανειστές θεωρούν ότι κάθε χρονική καθυστέρηση τη «δένει» ολοένα και πιο σφιχτά με την υλοποίηση αυτών των υποχρεώσεων και εκμηδενίζει κάθε περιθώριο υπαναχώρησης ή ανακολουθίας της ελληνικής κυβέρνησης και του πρωθυπουργού.
Μάλιστα, όπως σημειώνεται, θα μπορούσε να υπάρχει κάποια ανησυχία μόνο αν η ελληνική κοινωνία εμφάνιζε τάσεις αντίδρασης ανάλογες με τον δυναμισμό και τον ριζοσπαστισμό του παρελθόντος ή αν άρχιζε να συγκροτείται ένας αξιόπιστος και ισχυρός εναλλακτικός πολιτικός πόλος. Ούτε το ένα, όμως, ούτε το άλλο παρατηρείται στην παρούσα συγκυρία και αυτό επιτρέπει τον κάπως πιο χαλαρό βηματισμό.
Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κυβέρνηση με αυτόν τον τρόπο επωφελείται σε επικοινωνιακό επίπεδο, καθώς δείχνει ότι διαπραγματεύεται και ότι δεν σπεύδει να συμφωνήσει εύκολα στις αξιώσεις των εταίρων, όπως δινόταν η εικόνα για τους προκατόχους της. Με αυτό το εργαλείο, το Μέγαρο Μαξίμου συγκρατεί τον κύριο όγκο του εκλογικού ακροατηρίου του και κερδίζει τον απαραίτητο χρόνο έως ότου ο ΣΥΡΙΖΑ μπορέσει να σταθεροποιηθεί πολιτικά, διαχειριζόμενος την εξουσία και προετοιμάζοντας τις πιθανές εφεδρείες έναντι της σημερινής ασταθούς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας των 153 εδρών.
Αλλωστε, τις τελευταίες ημέρες δεν ήταν και λίγες οι «αψιμαχίες» που με αρκετή θεατρικότητα εκδηλώθηκαν στο πεδίο των διαπραγματεύσεων. Ακόμη και το θέμα αποχώρησης του ΔΝΤ από το πρόγραμμα επανήλθε, έστω και αν η ελληνική πλευρά σάλπισε γρήγορα υποχώρηση, μόλις ο Σόιμπλε ξαναθυμήθηκε τον παλιό… κακό εαυτό του. Είχε προηγηθεί και η αποκάλυψη της γερμανικής εφημερίδας «Die Welt» για το έγγραφο της γερμανικής πρεσβείας που -δίχως να διαψευστεί επί της ουσίας- χαρακτηρίζει την Ελλάδα «ακυβέρνητη χώρα». Η ενόχληση και η έντονη αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης οφείλονται, μεταξύ άλλων, και στην ψευδαίσθηση ότι η ανάπτυξη καλών προσωπικών και κοινωνικών επαφών με τους εκπροσώπους της Γερμανίας θα μπορούσε να αμβλύνει την ψυχρή και προτεσταντικού τύπου καταγραφή των διαθέσεών τους στην εσωτερική αλληλογραφία με το Βερολίνο.
Η στάση της Γαλλίας που βοήθησε όλες τις πλευρές
Ακόμη ένα τμήμα αυτής της μεγάλης εικόνας συνδέεται με το θέμα των ευρωπαϊκών συμμαχιών της χώρας. Ο ρόλος της Γαλλίας ειδικότερα χρησίμευσε πολύ σε όλες τις πλευρές. Διευκόλυνε, καταρχάς, τους Γερμανούς που άφησαν το Παρίσι να βγει μπροστά, βοηθώντας κατ’ ουσίαν και όχι αποδυναμώνοντας τον άξονα με το Βερολίνο. Ο ίδιος ο Ολάντ αναβάθμισε τον ρόλο του στο πλαίσιο της ευρωζώνης, ενώ για την Αθήνα η βοήθεια από τη Γαλλία σπάει την εικόνα περί ελληνικής απομόνωσης. Για τους γνωρίζοντες, ωστόσο, η ουσία ως προς το πώς βλέπουν τα ευρωπαϊκά πράγματα οι δύο κυβερνήσεις, φάνηκε άλλη μία φορά όταν οι υπουργοί Εσωτερικών της Γερμανίας και της Γαλλίας υπέγραψαν από κοινού την επιστολή προς τον επίτροπο Δημ. Αβραμόπουλο για την ανάγκη αυξημένων δικαιοδοσιών της Frontex στο έτερο μεγάλο θέμα της Ευρώπης, το Μεταναστευτικό. Οπως προσθέτουν, μάλιστα, οι ίδιοι παράγοντες, η γερμανική ηγεσία νιώθει ακόμη πιο σίγουρη ότι ελέγχει τις εξελίξεις, από τη στιγμή που σταμάτησε η αναταραχή στο εσωτερικό των Χριστιανοδημοκρατών και αποσοβήθηκε η «ανταρσία» των σκληρών υπέρ της προώθησης του Σόιμπλε. Ιδιαίτερα μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στο Παρίσι, η Μέρκελ με τις κινήσεις της και τις αποφάσεις που δρομολογήθηκαν ενίσχυσε την προς στιγμήν αμφιταλαντευόμενη κυριαρχία της. Ετσι, αυτή τη στιγμή έχει υποχωρήσει εντυπωσιακά στα μάτια της γερμανικής κοινής γνώμης η απειλή του Προσφυγικού και δεν την απασχολεί καν τι συμβαίνει πλέον στην Ειδομένη. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για την οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα. Από τη στιγμή που το πρόγραμμα προχωρά και τα γερμανικά συμφέροντα εξασφαλίζονται, ο φόβος για τυχόν πολιτικά ατυχήματα μεταφέρεται προς την άνοιξη, δίνοντας παράλληλα τον χρόνο για την προετοιμασία εναλλακτικών λύσεων.

