Η αυλαία στην «Ορέστεια» είναι μια μεγάλη ευχή για το έθνος! Δυστυχώς, όσα μας προέτρεπε να αποφύγουμε τα πράξαμε
«Θα δεχθώ με την Παλλάδα να συνοικήσω και δεν θ’ απαρνηθώ την πόλι που ο Ζευς ο παντοδύναμος κι ο Αρης την έχει θεών φρούριο, την πόλι την λαμπρή που σώζει τους βωμούς ελληνικών θεών. Προφητική ευχή της δίνω μ’ όλη την καρδιά μου, από τη γη της ν’ αναβρύσουν πλήθος ευτυχίες κι αγαθά στην χαρωπή λάμψι του ήλιου. […] Ας μην φυσήξη άνεμος στα δένδρα βλαβερός -λέω ποια θα είναι η ευεργεσία μου-, να μην περνούν τα όρια του τόπου τα καύματα που καταστρέφουν των φυτών τα μάτια, να μην τα πατήση το θλιβερό κακό της ακαρπίας. Η γη να τρέφει πρόβατα γερά, που να γεννούν διπλά στον ορισμένο χρόνο. Κι ο πλούτος που γεννά η γη ας φέρνη στους θεούς τιμή για το ανέλπιστό τους δώρημα. […] Κι εύχομαι ποτέ να μη βροντήση σ’ αυτή την πόλη η στάσι, που φέρνει ατέλειωτα δεινά· ούτε το χώμα να πιη των πολιτών το μαύρο αίμα και με οργή να πάρη απ’ την πόλι εκδίκηση κι άλλους να φέρη φόνους. Αλλά μ’ αγάπη αμοιβαία να δίνουν μεταξύ τους τις χαρές και να μισούν με μια καρδιά. Γιατί αυτό είναι σωτήριο για τους θνητούς».
Αισχύλου «Ευμενίδες», Απαντα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, στ. 937-987, εκδόσεις Πάπυρος, σελ. 73-75
Οι «Ευμενίδες» είναι το τρίτο έργο της μοναδικής σωζόμενης τριλογίας του αρχαίου ελληνικού δράματος, της «Ορέστειας». Με την «Ορέστεια» ο Αισχύλος κέρδισε το πρώτο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια του 458 π.Χ. Η τριλογία του («Αγαμέμνων», «Χοηφόροι», «Ευμενίδες») συνοδευόταν από το σατυρικό δράμα «Πρωτεύς», το οποίο δεν έχει διασωθεί.
Στην «Ορέστεια» ο μαραθωνομάχος ποιητής πραγματεύεται την περιπέτεια του Ορέστη. Ο γιος του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, για να υπακούσει σε χρησμό του Απόλλωνα, πρέπει να εκτελέσει τη μητέρα του! Ο λόγος αυτής της τραγικής ειρωνείας είναι το αίμα. Η Κλυταιμνήστρα (μαζί με τον εραστή της Αίγισθο) δολοφόνησε τον Αγαμέμνονα και ο γιος της Ορέστης όφειλε στον θεό Απόλλωνα να αποκαταστήσει τη θεία τάξη αφαιρώντας τη ζωή της ίδιας του της μάνας. Γίνεται μητροκτόνος επειδή εκείνη διάλεξε τον ρόλο του συζυγοκτόνου.
Το γεγονός της υπακοής στο θείο θέλημα δεν τον γλιτώνει από την καταδίωξη των Ερινύων. Εκείνες, απαίσιες στην όψη και φρικτές στις συνήθειες και τις πρακτικές, υπακούν μόνο στην αρχέγονη, πρώτη κατάσταση των πραγμάτων. Εκδίκηση του αίματος. Οπου βλέπουν έγκλημα επιβάλλουν ποινή. Δεν υπολογίζουν τη βούληση των «νέων θεών».
Πειθώ
Κι όμως, στην «Ορέστεια» ο Αισχύλος διά της Αθηνάς και της άσκησης της πειθούς από την προστάτιδα της πόλεως των Αθηνών κατορθώνει το ακατόρθωτο: Οι Ερινύες παύουν να καταδιώκουν τον Ορέστη, συμμαχούν και συμφωνούν να συνοικήσουν με την Αθηνά στην καρδιά της Ελλάδας και ευλογούν τον τόπο και τους κατοίκους του με ολόθερμες ευχές.
Το «happy end» (μτφρ.: ευτυχές τέλος) της «Ορέστειας» που έρχεται στο φινάλε των «Ευμενίδων» δεν υπηρετεί μόνο τους θεατρικούς σκοπούς του Αισχύλου. Πάνω απ’ όλα φανερώνει την άποψή του, την αγάπη του, τους πόθους και τις προσδοκίες του για την Αθήνα. Αυτό το αξεπέραστο παιδί της πόλης των πόλεων νουθετεί τους πολίτες για τι έπρεπε να ακολουθήσουν και τι έπρεπε να αφήσουν πίσω στην πορεία τους στη ζωή. Αυτό επιτυγχάνεται διά της ομοθυμίας της Αθηνάς και των Ερινύων που έγιναν Ευμενίδες. Η μεν συμπληρώνει τη σκέψη των δε και επαυξάνει.
Οι δύο αντιθετικοί πόλοι στην υπόθεση του Ορέστη, οι αντίδικοι, εκφράζονται λες και είναι ένα. Αυτό το ένα είναι ο Αισχύλος και οι πεποιθήσεις του για την επίτευξη της συλλογικής ευτυχίας. Πρώτα αναφέρεται στην ιδιότητα της Αθήνας ως προστάτιδας των βωμών των θεών και των ιερών. Υστερα μιλά για την ανάγκη υπεράσπισης της φυσικής ομορφιάς και της προστασίας του περιβάλλοντος των Αθηνών. Τέλος, απευθύνεται στους ανθρώπους.
Οι Αθηναίοι, οι Ελληνες πρέπει να ομονοούν, να είναι και να νιώθουν ένα. Ποτέ να μην επιτρέψουν να γίνει «στάση» και να μη θεριέψει η μαύρη δίψα για αιματηρή εκδίκηση. Η αυλαία στην «Ορέστεια» είναι μια μεγάλη ευχή του Αισχύλου για το έθνος των Ελλήνων. Δυστυχώς, όσα μας προέτρεπε να αποφύγουμε τα πράξαμε. Τους ιερούς δεσμούς τους καταλύσαμε. Ομως γνωρίζουμε άριστα ποιο είναι το ορθό. Οταν το πράξουμε, θα εκπληρωθεί η επιθυμία του αξεπέραστου δημιουργού.
Παναγιώτης Λιάκος

