Σε ένα κλίμα βαθιάς πόλωσης και διαφωνίας οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψαν την πρόταση για αναστολή της συμφωνίας σύνδεσης με το Ισραήλ. Η απόφαση αυτή αναδεικνύει για ακόμη μία φορά το χάσμα που επικρατεί εντός του μπλοκ σχετικά με τη διαχείριση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, την ώρα που η αξιοπιστία της ευρωπαϊκής διπλωματίας τίθεται υπό αμφισβήτηση. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Politico, η πρόταση υποστηρίχθηκε σθεναρά από την Ισπανία, την Ιρλανδία και τη Σλοβενία, οι οποίες με επιστολή τους προς την ύπατη εκπρόσωπο Κάγια Κάλας κατηγόρησαν το Ισραήλ για κατάφωρη παραβίαση των όρων της συμφωνίας, η οποία βασίζεται στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσω του περίφημου Άρθρου 2.
Η προσπάθεια για αναστολή προσέκρουσε στην αποφασιστική στάση της Γερμανίας και της Ιταλίας. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντεφουλ, χαρακτήρισε την αναστολή ακατάλληλη, αντιπροτείνοντας έναν κριτικό αλλά εποικοδομητικό διάλογο. Την ίδια στιγμή, ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών, Αντόνιο Ταγιάνι, έκλεισε ουσιαστικά τη συζήτηση δηλώνοντας κοφτά πως δεν υπάρχουν ούτε οι αριθμητικές ούτε οι πολιτικές προϋποθέσεις για μια τέτοια κίνηση. Η Ιταλία, η οποία θεωρήθηκε η καθοριστική ψήφος στη συνεδρίαση του Λουξεμβούργου, ευθυγραμμίστηκε πλήρως με το Βερολίνο, απορρίπτοντας οριζόντια εμπορικά μέτρα που θα μπορούσαν να πλήξουν τον γενικό πληθυσμό του Ισραήλ.
Στον αντίποδα, η ισπανική και η ιρλανδική πλευρά εξέφρασαν την έντονη απογοήτευσή τους για την έκβαση της συνεδρίασης. Ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών, Χοσέ Μανουέλ Άλβαρες, προειδοποίησε ότι σήμερα η Ευρώπη παίζει για την αξιοπιστία της, τονίζοντας την ανάγκη να αλλάξει πορεία το Ισραήλ. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Ιρλανδή υπουργός Χέλεν ΜακΈντι χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Ισραήλ εντελώς απαράδεκτη, ζητώντας από την Ευρωπαϊκή Ένωση να δείξει αποφασιστικότητα στην υπεράσπιση των θεμελιωδών αξιών της.
Παρά το ναυάγιο της πλήρους αναστολής, το τραπέζι των διαπραγματεύσεων παραμένει ανοιχτό για ηπιότερα μέτρα που θα μπορούσαν να ασκήσουν πίεση. Η Κάγια Κάλας άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για μέτρα που απαιτούν ειδική πλειοψηφία, όπως στοχευμένες κυρώσεις σε μεμονωμένα πρόσωπα, κυρίως για τη βία των εποίκων στη Δυτική Όχθη, ή μερική αναστολή εμπορικών στοιχείων της συμφωνίας. Η προσέγγιση αυτή φαίνεται να κερδίζει έδαφος, καθώς ακόμη και ο Ταγιάνι υποστήριξε την επιβολή κυρώσεων σε συγκεκριμένους υπευθύνους, αποφεύγοντας όμως τη ρήξη που θα προκαλούσε η πλήρης κατάργηση της Συμφωνίας Σύνδεσης που ισχύει από το έτος 2000.


