Ρεπορτάζ
Μάριος Ροζάκος
Οι όροι από τον Μηχανισμό Σταθερότητας για τη δανειακή βοήθεια των 8,5 δισ. ευρώ, η οποία θα εκταμιευτεί σε δύο δόσεις
Νέο αυστηρό μήνυμα ότι το δεύτερο τμήμα από τη δανειακή δόση των 8,5 δισ. ευρώ θα εκταμιευτεί μετά το καλοκαίρι, υπό την προϋπόθεση ότι το Ελληνικό Δημόσιο θα διαθέσει προηγουμένως δικά του χρήματα για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς ιδιώτες, έστειλε χθες ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) σε ενημερωτικό σημείωμα που εξέδωσε.
Οπως είχε αποκαλύψει η «κυριακάτικη δημοκρατία» στις 11 Ιουνίου, οι δανειστές διαπίστωσαν πως η κυβέρνηση, αντί να εκδίδει και να καταβάλλει οριστικές συντάξεις και εφάπαξ, έβαζε τους σχετικούς δανειακούς πόρους στην άκρη για το πρωτογενές πλεόνασμα.
Ετσι, το Eurogroup της 15ης Ιουνίου αποφάσισε να τεμαχίσει τη δανειακή βοήθεια και να τη συνοδεύσει με ένα μεγάλο «αστερίσκο»: από τα 8,5 δισ. ευρώ της δόσης, στις αρχές Ιουλίου θα εκταμιευτούν 7,7 δισ. ευρώ ευρώ, εκ των οποίων 800.000.000 ευρώ θα χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή χρεών του Δημοσίου προς ιδιώτες.
Μετά το καλοκαίρι και αφού η Ελλάδα διαθέσει δικούς της πόρους για να ξεπληρώσει «φέσια», θα αποδεσμευτούν για τον ίδιο σκοπό και τα υπόλοιπα 800.000.000 ευρώ της δόσης. Στο σημείωμα του ESM ο επικεφαλής του Κλάους Ρέγκλινγκ πανηγυρίζει ότι «η Ελλάδα μπορεί να είναι η επόμενη επιτυχία μας, εάν συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις». Εξάλλου, σε ομιλία του στο Walter Eucken Institut ο κ. Ρέγκλινγκ καυτηρίασε τη στάση των Γερμανών έναντι της Ελλάδας. «Ιδίως στη Γερμανία, ακούω συνέχεια ότι τίποτα δεν έχει συμβεί στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Αυτή είναι μια απαράδεκτη διαστρέβλωση των γεγονότων και προσβολή στον ελληνικό λαό, που αναγκάστηκε να δεχτεί περικοπές σε μισθούς και συντάξεις που θα ήταν αδιανόητες στη Γερμανία» είπε.
Επίσης, γκρέμισε τον προσφιλή στη Γερμανία μύθο ότι τα χρήματα των δανείων προς τη χώρα μας προέρχονται από τους Ευρωπαίους φορολογουμένους.
ΕΚΤ: Εμείς θα αποφασίσουμε για την ποσοτική χαλάρωση
Η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) θα εξεταστεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) με βάση τα δικά της κριτήρια, ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους θεσμούς, όπως επισήμανε χθες το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ευρωτράπεζας Πέτερ Πρετ.
Σε συνέντευξη στο γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel», ο κ. Πρετ τόνισε ότι η ΕΚΤ θα λάβει τις αποφάσεις της στηριζόμενη στη δική της ανάλυση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. «Δεν θα βασιστούμε σε άλλους γι’ αυτό. Είτε πρόκειται για τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) είτε για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθένας έχει τη δική του οπτική. Οταν, όμως, πρόκειται για αγορά ομολόγων, πρέπει να το εξετάσουμε εμείς» πρόσθεσε.
Στο μεταξύ, χθες η ΕΚΤ ενέκρινε την περαιτέρω μείωση του ανώτατου ορίου άντλησης ρευστότητας από τον Εκτακτο Μηχανισμό Ρευστότητας (ELA) για τις ελληνικές τράπεζες. Το πλαφόν περιορίστηκε κατά 600.000.000 ευρώ και διαμορφώνεται πλέον στα 43,6 δισ. ευρώ.
Επιμένει το ΔΝΤ: Οχι σε πλεονάσματα πάνω από 1,5% μετά το 2022
Σαφέστατες αποστάσεις από τους Ευρωπαίους κράτησε χθες ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) Τζέρι Ράις αναφορικά με τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα την περίοδο 2023-2060, με αφορμή την προχθεσινή ανάλυση του Ινστιτούτου Peterson, που χαρακτήρισε «δημοσιονομικό ζουρλομανδύα» τη συμφωνία του Eurogroup.
Παράλληλα, αποκάλυψε ότι η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ έχει προσκληθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο να επισκεφθεί την Αθήνα.
Σε εκτιμήσεις
Παρότι η κυρία Λαγκάρντ με τις δηλώσεις που έκανε μετά το Eurogroup της 15ης Ιουνίου έδωσε σε πολλούς την εντύπωση ότι αποδέχτηκε σιωπηρά τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που ζητούν οι Ευρωπαίοι, ο κ. Ράις τόνισε ότι «το ΔΝΤ δέχτηκε τα πρωτογενή πλεονάσματα έως το 2022 να είναι 3,5% του ΑΕΠ, αλλά από κει και πέρα θεωρεί ότι ρεαλιστικό είναι να διαμορφωθούν στο 1,5% του ΑΕΠ», και όχι κοντά στο 2%, όπως απαιτεί η απόφαση του Eurogroup για την περίοδο 2023-2060.
Ο εκπρόσωπος του Ταμείου ξεκαθάρισε ότι το ΔΝΤ θα βασιστεί στις δικές του εκτιμήσεις για το χρέος και συμπλήρωσε ότι η «επί της αρχής» έγκριση του ελληνικού προγράμματος δεν σημαίνει υποχώρηση στο ζήτημα του χρέους. Εκτίμησε δε ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να σταθεί στα πόδια της το επόμενο καλοκαίρι και να βγει από το πρόγραμμα.

