Δυστυχώς, στην πατρίδα μας κυριαρχεί πια η αντίληψη ότι οι δηλώσεις αυτές γίνονται μόνο για επικοινωνιακούς λόγους και ότι ουσιαστικός έλεγχος δεν υπάρχει
Οπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, δημοσιοποιήθηκαν οι δηλώσεις «πόθεν έσχες» υπουργών, βουλευτών, γενικώς αιρετών και λοιπών προσώπων. Σχεδόν τελετουργικά, θα μπορούσε να πει κάποιος, το ίδιο έργο επαναλαμβάνεται, με αριθμούς που προκαλούν συνήθως απορίες.
Κι αυτό γιατί σε πολλές περιπτώσεις περιουσιακά στοιχεία δεν φαίνεται να συνάδουν με τις (γνωστές τουλάχιστον) επαγγελματικές απολαβές, καταθέσεις, εταιρικές συμμετοχές κ.λπ. των υπόχρεων. Στη συνέχεια το θέμα σχολιάζεται για λίγες ημέρες στα τηλεοπτικά πάνελ, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα «καφενεία» της καθημερινότητας και μετά ξεθωριάζει. Σαν να μη συνέβη ποτέ τίποτα.
Το πρόβλημα, φυσικά, δεν είναι αυτή καθαυτή η δημοσιοποίηση των δηλώσεων, αλλά το ότι αυτή η διαδικασία έχει ουσιαστικά μετατραπεί σε μια άνευρη, σχεδόν τυπική, υποχρέωση, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς συνέπειες για όσους αποκρύπτουν ή παραποιούν στοιχεία ή αδυνατούν να δικαιολογήσουν την περιουσιακή κατάστασή τους. Ετσι, το «πόθεν έσχες» μένει απλώς… έσχες! Μία απλή, δηλαδή, καταγραφή της περιουσίας, χωρίς ουσιαστική διερεύνηση για το πώς αυτή αποκτήθηκε.
Κι όμως… Αν ένα κράτος θέλει να λέγεται ευνομούμενο, η δημοσιοποίηση τέτοιων στοιχείων θα έπρεπε να ενεργοποιεί αυτομάτως τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του. Η Δικαιοσύνη θα έπρεπε να επεμβαίνει αυτεπαγγέλτως σε περιπτώσεις ύποπτες και μάλιστα όχι κατ᾽ επιλογήν και κατά περίσταση, αλλά με σταθερή θεσμική και αυστηρή μέθοδο.
Δυστυχώς, στην πατρίδα μας κυριαρχεί πια η αντίληψη ότι οι δηλώσεις αυτές γίνονται μόνο για επικοινωνιακούς λόγους και ότι ουσιαστικός έλεγχος δεν υπάρχει. Είναι και αυτή μια αιτία της σταδιακής απαξίωσης και έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και τη Δικαιοσύνη, αφού ο πολίτης είναι πλέον πεπεισμένος ότι οι νόμοι εφαρμόζονται αυστηρά μόνο για τους απλούς ανθρώπους. Αυτό φυσικά είναι κάτι που αδικεί και όσα δημόσια πρόσωπα λειτουργούν με εντιμότητα, τσουβαλιάζοντάς τα με τους διεφθαρμένους.
Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, απαιτείται πρωτίστως η δημιουργία μιας πραγματικά ανεξάρτητης δημόσιας ελεγκτικής Αρχής, στελεχωμένης με αδιάφθορους οικονομικούς εισαγγελείς και ελεγκτές και όχι ενεργούμενο της εκάστοτε κυβέρνησης. Οι έλεγχοι να μη είναι προσχηματικοί και δειγματοληπτικοί, αλλά να γίνονται με διασταύρωση τραπεζικών δεδομένων, φορολογικών δηλώσεων, ακινήτων, εταιρικών συμμετοχών κ.λπ., αυτοματοποιημένα και σε βάθος χρόνου.
Ακόμα η εμπειρία έχει δείξει ότι συχνά η απόκρυψη περιουσίας δεν γίνεται άμεσα, αλλά μέσω τρίτων, συγγενικών κατά κανόνα, προσώπων, που εμπλέκονται σε εταιρίες, εγχώριες ή offshore, αλλά και σε περιουσιακές μεταβιβάσεις. Επομένως, ο έλεγχος πρέπει να επεκτείνεται αυτοματοποιημένα και στο συγγενικό περιβάλλον των υπόχρεων. Τέλος, οι κυρώσεις για ψευδή ή ελλιπή δήλωση να είναι παραδειγματικά αυστηρές και να εφαρμόζονται άμεσα.
Προφανώς, οι πολίτες δεν επιζητούν εκδίκηση, ούτε να αρχίσει ένα κυνήγι μαγισσών. Το μόνο που απαιτούν είναι να ισχύσουν για όλους οι ίδιοι κανόνες. Κι αυτό γιατί δεν είναι δυνατόν, ούτε και αποδεκτό, οι πολιτικοί να ζητούν θυσίες και υπομονή από τους πολίτες και ταυτόχρονα η Πολιτεία να εμφανίζεται ανεκτική ή και υποστηρικτική απέναντι σε φαινόμενα αδιαφάνειας και ατιμωρησίας των δημόσιων λειτουργών και ιδιαιτέρως των αιρετών.
Οι δηλώσεις του «πόθεν έσχες» θεσπίστηκαν ως ένα εργαλείο λογοδοσίας και προστασίας της αξιοπιστίας της δημοκρατίας. Αν όμως παραμείνουν ουσιαστικά χωρίς το «πόθεν», τότε θα λειτουργούν ως άλλοθι «διαφάνειας», υποστηρικτικό ενός κομματικού καρτέλ. Και γι αυτές τις προσχηματικές πρακτικές είναι βέβαιο ότι το πολιτικό σύστημα θα πληρώσει σύντομα βαρύ τίμημα.
*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»

