Εχοντας χάσει εδώ και καιρό οποιοδήποτε ψήγμα αυτοπροστασίας, ο Γιώργος Φλωρίδης, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του, αναφέρθηκε στα Τέμπη και «χάρισε» ακόμα μία φορά ένα μνημείο πρόκλησης και χυδαιότητας.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης αναφέρθηκε, οργισμένος, από την τηλεοπτική συχνότητα του Σκάι σε όσους, όπως τόνισε, «επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν πολιτικά την τραγωδία των Τεμπών». Οργή γιατί, κατά τα λεγόμενά του, «θα μπορούσε να τιναχθεί πολιτικά η χώρα στον αέρα». «Δεν αισθάνομαι δικαίωση γιατί έχασαν τη ζωή τους νέα παιδιά. Αισθάνομαι οργή γι’ αυτούς που επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν πολιτικά την τραγωδία των Τεμπών» επανέλαβε.
Τάδε έφη ένας άνθρωπος που είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην απαξίωση και την προσβολή όσων ζητούσαν απαντήσεις και απόδοση δικαιοσύνης. Διότι είναι τουλάχιστον προκλητικό να καταγγέλλουν «εργαλειοποίηση» εκείνοι που επί μήνες διεξήγαγαν μια οργανωμένη εκστρατεία επίθεσης εναντίον συγγενών των θυμάτων κι όσων αντιδρούσαν για τα Τέμπη. Ο ίδιος ο κ. Φλωρίδης ήταν από εκείνους που, ξεχνώντας την ιδιότητά του, δεν δίστασε να χαρακτηρίσει «για τα μπάζα» όσους μιλούσαν για μπάζωμα στον τόπο της τραγωδίας. Ηταν από εκείνους που λοιδόρησαν όσους έθεταν ερωτήματα, βαφτίζοντάς τους «ψεκασμένους που ασχολούνται με τα ξυλόλια».
Ηταν από εκείνους που μίλησαν για «συνωμότες» και «παρακρατικούς μηχανισμούς» που -υποτίθεται- δηλητηρίαζαν την κοινωνία. Ηταν ο ίδιος που είχε δηλώσει κυνικά ότι «τα χώματα που μαζεύτηκαν δεν εξαφανίστηκαν, πήγαν λίγο παραπέρα». Μια φράση που χαράχτηκε στη συλλογική μνήμη όχι ως εξήγηση, αλλά ως ο απόλυτος κυνισμός. Ως σύμβολο της αλαζονείας μιας εξουσίας που, αντί να σκύψει το κεφάλι, άπλωσε το πέπλο της συγκάλυψης. Και σήμερα, οι ίδιοι εμφανίζονται ως υπερασπιστές της θεσμικής τάξης και δηλώνουν και οργισμένοι.
Η κοινωνία, όμως, θυμάται. Θυμάται ποιοι έδειχναν με το δάχτυλο τους συγγενείς. Θυμάται ότι η κυβερνητική απάντηση στην κραυγή των συγγενών δεν ήταν η διαλεύκανση, αλλά η συγκάλυψη και η ατιμωρησία. Ο κ. Φλωρίδης μιλά για οργή. Ομως, όταν η οργή εκφράζεται από εκείνους που λοιδόρησαν τους συγγενείς, υποβάθμισαν τα ερωτήματα και ειρωνεύτηκαν το αίτημα για αλήθεια, τότε μετατρέπεται σε υποκρισία και αυτή σίγουρα ξεχειλίζει στα κυβερνητικά στελέχη.