Αποκαλυπτικά τα στοιχεία της έρευνας του ΚΕΠΥ-ΕΤΕΡΟΝ, αποδεικνύουν ότι και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, παρά τα παχιά λόγια και τους πανηγυρισμούς Γεωργιάδη, έχει εγκαταλείψει το σύστημα υγείας, που έγινε πιο αδύναμο από την περίοδο του Covid
Οταν ο Αδωνις Γεωργιάδης, φουσκωμένος από περηφάνια, κραύγαζε επανειλημμένα σε πανελλήνια μετάδοση ότι «το 2025 οι ελλείψεις στο ΕΣΥ είναι λιγότερες παρά ποτέ» και ότι το ΕΣΥ «είναι ένας γίγαντας, τρεις φορές καλύτερο από το παρελθόν», δεν επιδιδόταν απλώς στις γνωστές λεκτικές και υποκριτικές υπερβολές ούτε περιέγραφε μια ελαφρώς βολική εικόνα για να υπεραμυνθεί του… απερίγραπτου έργου του. Τα πράγματα δυστυχώς είναι ακόμα χειρότερα.
Ο υπουργός Υγείας παρουσίαζε και παρουσιάζει ανερυθρίαστα μια πραγματικότητα που δεν υφίσταται. Ενα αφήγημα ψευδές, κατασκευασμένο επικοινωνιακά, που επιχειρούσε να κουκουλώσει τη βαθιά κρίση του δημόσιου συστήματος υγείας και το οποίο καταρρίπτουν με κρότο, εκτός από τους εργαζομένους, και τα ίδια τα επίσημα στοιχεία.
Η εκτενής έρευνα του ΚΕΠΥ-ΕΤΕΡΟΝ με τίτλο «ΤΟ ΕΣΥ ΣΕ ΟΡΙΑΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΤΟΧΗΣ: Μια διαχρονική αποτίμηση της απόδοσης του στον απόηχο της οικονομικής και πανδημικής κρίσης (2009-24)» εστιάζει μεταξύ άλλων και στην περίοδο 2020-2024, αποτυπώνοντας μια ζοφερή πραγματικότητα που εκθέτει ανεπανόρθωτα τον λαλίστατο υπουργό Υγείας και την κυβέρνηση Μητσοτάκη, καθώς την ώρα που κομπάζουν για τα επιτεύγματά τους, τα ευρήματα δείχνουν ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας που εισήλθε στην πανδημία αποδυναμωμένο από την κρίση και βγήκε από αυτήν ακόμη πιο εύθραυστο. Στα χρόνια του Covid η κυβέρνηση, όταν δεν χειροκροτούσε υποκριτικά τους υγειονομικούς, διαβεβαίωνε ότι «η πανδημία αποτελεί ευκαιρία για τη θωράκιση του ΕΣΥ».
Τα ευρήματα όμως αποκαλύπτουν το ψεύδος σε όλο του το μεγαλείο. Η εκτενής έρευνα του ΚΕΠΥ-ΕΤΕΡΟΝ δείχνει ότι, παρά τη δημοσιονομική χαλάρωση και την αύξηση των δημόσιων δαπανών υγείας, το δημόσιο σύστημα υγείας σε καμία περίπτωση δεν ενισχύθηκε ουσιαστικά, το αντίθετο μάλιστα. Συγκεκριμένα, κατά την πανδημική περίοδο οι συνολικές δημόσιες δαπάνες υγείας αυξήθηκαν όντως κατά περίπου 9,7%, ωστόσο η χρηματοδότηση των νοσοκομείων του ΕΣΥ σε πραγματικές τιμές μειώθηκε κατά 2,6%.
Δηλαδή, ενώ υπήρχαν άπλετοι διαθέσιμοι πόροι, το δημόσιο σύστημα παρέμεινε συνειδητά στο περιθώριο, συνεχίζοντας να υπολειτουργεί, αναγκασμένο μάλιστα να αντέξει ακόμη και με λιγότερους οικονομικούς πόρους. Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί αποτέλεσμα συγκυριών, αλλά μέρος ενός σχεδίου απαξίωσης και υποεπένδυσης. Ειδικότερα, το 2024 η χρηματοδότηση των νοσοκομείων του ΕΣΥ καταγράφεται κατά 38% χαμηλότερη σε σύγκριση με το μακρινό 2009, αποτυπώνοντας το ιδιότυπο καθεστώς οικονομικής ασφυξίας.
Την τελευταία εξαετία, παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις περί «ισχυρού ΕΣΥ», οι δημόσιες δομές όπως εισήλθαν στην πανδημία, τσακισμένες από τα Μνημόνια, έτσι και βγήκαν από αυτή, συνεχίζοντας να δίνουν μια άνιση μάχη επιβίωσης.
Υποβάθμιση
Το δημόσιο σύστημα εξακολουθεί δυστυχώς να λειτουργεί με σημαντικά μειωμένη δυναμικότητα, παρά την εμπειρία της πανδημίας που ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο τις ανάγκες του. Το 2024 έχουμε ακόμη 12,9% λιγότερα νοσοκομεία σε σύγκριση με το 2009, αποτέλεσμα συγχωνεύσεων, κλεισιμάτων και διαχρονικής υποβάθμισης των δημόσιων δομών, ενώ την ίδια στιγμή οι νοσοκομειακές κλίνες παραμένουν μειωμένες κατά 14,6%, μια απώλεια που δεν αποκαταστάθηκε ούτε στη διάρκεια της πανδημίας ούτε στη μεταπανδημική περίοδο όταν ξεκάθαρα υπήρχε η δυνατότητα.
Οι προσωρινές αυτοσχέδιες λύσεις της πανδημίας δεν μετατράπηκαν σε μόνιμες δομές, ενώ οι απώλειες κλινών δεν αναπληρώθηκαν, αφήνοντας το ΕΣΥ διάτρητο και την κυβέρνηση βαριά εκτεθειμένη. Κι αν αναρωτιέται κανείς πού πήγαν όλα αυτά τα χρήματα, την απάντηση έρχεται να δώσει εκ νέου η επίμαχη έρευνα.
Οι ιδιώτες
Σύμφωνα με το ΚΕΠΥ-ΕΤΕΡΟΝ, την περίοδο 2020-2023 διοχετεύθηκαν 660 εκατ. ευρώ δημόσιων πόρων προς ιδιωτικές κλινικές, μέσω αγοράς υπηρεσιών από το κράτος. Πρόκειται για ποσό πολλαπλάσιο σε σχέση με τα προ πανδημίας δεδομένα, όταν η αντίστοιχη δαπάνη δεν ξεπερνούσε τα 3 εκατ. ευρώ ετησίως. Η εκρηκτική αυτή αύξηση δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση των δημόσιων νοσοκομείων, προδίδοντας την πολιτική βούληση της κυβέρνησης. Οι ιδιωτικές κλινικές διατήρησαν τη συντριπτική πλειονότητα των κλινών τους εκτός Covid και κατέγραψαν αυξημένους κύκλους εργασιών. Ετσι, αντί η πανδημία να αποτελέσει ευκαιρία θωράκισης του δημόσιου συστήματος, μετατράπηκε σε περίοδο ουσιαστικής ενίσχυσης της ιδιωτικής υγείας με χρήματα των φορολογουμένων.
Ατέρμονη η αναμονή σε λίστες χειρουργείων
Η έρευνα, αναλύοντας τεκμηριωμένα τα δεδομένα, χαρακτηρίζει τη μεταπανδημική εικόνα του ΕΣΥ φάση «ρηγμάτωσης», καθώς πέντε χρόνια μετά την έναρξη της πανδημίας το δημόσιο σύστημα υγείας, όπως επισημαίνει, δεν έχει επιστρέψει στα προ πανδημίας επίπεδα λειτουργίας, ούτε σε χρηματοδότηση ούτε σε ανθρώπινο δυναμικό ούτε σε συνολική ανθεκτικότητα. Την περίοδο 2019-2024 καταγράφεται αύξηση κατά 48,4% του πληθυσμού που δηλώνει ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες. Η κατάσταση αυτή πλήττει δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, διευρύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες στην υγεία.
Την ίδια περίοδο και τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν καταστροφικές δαπάνες υγείας αυξήθηκαν κατά 20%, επιβεβαιώνοντας ότι η οικονομική επιβάρυνση μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στους πολίτες και, όταν η ασθένεια μετατρέπεται σε οικονομικό ρίσκο, το δικαίωμα στην υγεία παύει να είναι καθολικό και γίνεται προνόμιο για όσους αντέχει η τσέπη τους.
Επιπλέον, και οι χειρουργικές επεμβάσεις στα δημόσια νοσοκομεία παραμένουν μειωμένες κατά 1,9% σε σύγκριση με το 2019. Η απόκλιση αυτή καταδεικνύει ότι οι απώλειες της πανδημικής περιόδου δεν έχουν αποκατασταθεί, παρά τις αυξημένες ανάγκες του πληθυσμού. Η καθυστέρηση στα χειρουργεία αντανακλά τα διαρθρωτικά προβλήματα ενός συστήματος που αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες μιας κοινωνίας που είναι αναγκασμένη να υπομένει την ατέρμονη αναμονή σε λίστες.
Σταθεροποίηση χωρίς ανάκαμψη
Την περίοδο 2015-2019, σύμφωνα με την έρευνα του ΚΕΠΥ – ΕΤΕΡΟΝ, καταγράφεται διαφοροποίηση σε σχέση με τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Σε αντίθεση με την περίοδο 2010-2014, κατά την οποία καταγράφηκαν οι εντονότερες απώλειες σε πόρους, προσωπικό και δυναμικότητα, μετά το 2015 παρατηρείται μια μεταβολή της τάσης, με παύση της περαιτέρω επιδείνωσης του Εθνικού Συστήματος Υγείας και σταθεροποίηση βασικών δεικτών, χωρίς τη συνέχιση των απότομων περικοπών που χαρακτήρισαν την προηγούμενη περίοδο.
Σε κοινωνικό επίπεδο, οι ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες παρουσιάζουν σχετική αποκλιμάκωση σε σύγκριση με την περίοδο 2010-2014, αντανακλώντας τη σταδιακή ομαλοποίηση μετά τα πιο οξέα χρόνια της κρίσης.
Δαπάνες
Ωστόσο, η ίδια η έρευνα καθιστά ταυτόχρονα σαφές ότι η βελτιωμένη αυτή εικόνα είναι σχετική και δεν συνιστά ουσιαστική ανάκαμψη. Η σύγκριση με το 2009 αποκαλύπτει το εύρος των απωλειών που δεν αποκαταστάθηκαν. Το 2019 η δημόσια δαπάνη υγείας παρέμενε μειωμένη κατά 43,3% σε σχέση με το 2009, σε σταθερές τιμές 2020, ενώ η χρηματοδότηση των νοσοκομείων του ΕΣΥ υπολειπόταν κατά 36,3% έναντι των προ κρίσης επιπέδων.
Παράλληλα, το δημόσιο σύστημα υγείας διέθετε 13,6% λιγότερα νοσοκομεία και 23,5% λιγότερες νοσοκομειακές κλίνες σε σύγκριση με το 2009, γεγονός που περιόριζε τη συνολική του δυναμικότητα. Το ανθρώπινο δυναμικό των νοσοκομείων παρέμενε επίσης μειωμένο κατά 12,9% σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο. Η περίοδος 2015-2019, επομένως, αποτυπώνεται ως μια φάση σταθεροποίησης σε σχέση με την οξύτητα της κρίσης, αλλά ταυτόχρονα ως μια περίοδος σαφούς υστέρησης σε σύγκριση με το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν το ΕΣΥ πριν από το 2009.
Οι πολιτικές της Ν.Δ. μείωσαν το μόνιμο προσωπικό
Με σαφήνεια επιβεβαιώνεται επίσης ότι η περίφημη «ενίσχυση» του συστήματος στηρίχτηκε σε προσωρινές λύσεις «μπαλώματα» και όχι σε μόνιμη θωράκιση, όπως διατυμπάνιζε η κυβέρνηση. Κατά την περίοδο 2020-2024, το προσωπικό των νοσοκομείων αυξήθηκε αριθμητικά (9%), όμως το μόνιμο προσωπικό μειώθηκε (!) κατά 0,5%.
«Στο ΕΣΥ έχουμε περισσότερο προσωπικό από ποτέ» δήλωνε περήφανα ο κ. Γεωργιάδης, τη στιγμή που η στελέχωση βασίστηκε σε επικουρικούς, συμβασιούχους και σε διαρκείς μετακινήσεις εργαζομένων, δημιουργώντας ένα σύστημα που λειτουργούσε με όρους έκτακτης ανάγκης ακόμη και σε συνθήκες κανονικότητας. Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής επιλογής είναι σήμερα εμφανές. Το 2024, το 22% του προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία ήταν σε καθεστώς μη μονιμότητας, με τις ελλείψεις, τα εξοντωτικά ωράρια, τις παραιτήσεις και την αδυναμία κάλυψης κρίσιμων θέσεων να συνεχίζονται.
Η κυβέρνηση, αντί να αξιοποιήσει την εμπειρία της πανδημίας και να επενδύσει σε σταθερό ανθρώπινο δυναμικό, διατήρησε ένα καθεστώς διαρκούς επισφάλειας. Η κατάσταση στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) έρχεται να συμπληρώσει αυτό το παζλ της απόλυτης αποτυχίας που φέρει φαρδιά πλατιά την υπογραφή της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, οι δομές ΠΦΥ δεν ανέκαμψαν ποτέ μετά τον Covid. Το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι επισκέψεις στα Κέντρα Υγείας και στις μονάδες ΠΦΥ παραμένουν μειωμένες κατά 16,6% σε σχέση με το 2019, ενώ το ιατρικό προσωπικό μειώθηκε κατά σχεδόν 10% μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Οι ΤοΜΥ, που παρουσιάστηκαν ως μεταρρυθμιστική αιχμή, λειτουργούν αποσπασματικά, χωρίς σταθερό σχεδιασμό και με αβέβαιο χρηματοδοτικό ορίζοντα, μοιάζοντας με ακόμα έναν αδύναμο κρίκο. Κι όμως, απέναντι σε αυτή τη δραματική κατάσταση, ο Αδωνις Γεωργιάδης και η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν νιώθουν την υποχρέωση να σκύψουν το κεφάλι και να αναλάβουν την ευθύνη της κραυγαλέας αποτυχίας. Γατζωμένοι στην απελπισμένη στρατηγική της άρνησης και της αντιστροφής της πραγματικότητας προτιμούν να υποτιμούν τη νοημοσύνη των πολιτών, κάνοντας λόγο για κάποιους «μίζερους» που έχουν μάθει να διαμαρτύρονται μονίμως και χαλάνε την ειδυλλιακή εικόνα που μόνο οι ίδιοι φαντάζονται.
Οι τεράστιες απώλειες λόγω κρίσης και Μνημονίων
Η περίοδος 2010-2014 καταγράφεται στην έρευνα του ΚΕΠΥ – ΕΤΕΡΟΝ ως η πρώτη και πιο σκληρή φάση της οικονομικής κρίσης για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Πρόκειται για τα χρόνια κατά τα οποία επιβλήθηκαν οι χειρότεροι δημοσιονομικοί περιορισμοί, με άμεσες και εκτεταμένες συνέπειες στη λειτουργία του δημόσιου συστήματος περίθαλψης.
Οπως εξηγεί η έρευνα, κατά τη δεκαετία 2009-2019 το ΕΣΥ απώλεσε το 13,6% των νοσοκομείων και το 23,5% των νοσοκομειακών κλινών (–9.285), ενώ το προσωπικό μειώθηκε κατά 12,9%. Οι απώλειες αυτές συνδέονται κυρίως με την πρώτη φάση της οικονομικής κρίσης (2010-2014), όπου το ΕΣΥ αποτέλεσε βασικό πεδίο εφαρμογής των στυγνών πολιτικών λιτότητας.
Οι περικοπές στους πόρους επηρέασαν το σύνολο των λειτουργιών του συστήματος, από την καθημερινή λειτουργία των νοσοκομείων έως τη δυνατότητα στελέχωσης και ανανέωσης υποδομών. Η μείωση προσωπικού συνδέθηκε με το πάγωμα προσλήψεων, τις μαζικές συνταξιοδοτήσεις και την απουσία μηχανισμών αναπλήρωσης, γεγονός που επιβάρυνε σοβαρά τη λειτουργία των μονάδων υγείας.
Παράλληλα, την ίδια περίοδο και πάντα σύμφωνα με τα ποιοτικά ευρήματα, προχώρησαν συγχωνεύσεις και αναδιαρθρώσεις νοσοκομειακών μονάδων, συρρικνώνοντας δραματικά τον αριθμό των δομών όσο και τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών. Την ίδια περίοδο αυξήθηκαν και οι δείκτες στις καταστροφικές δαπάνες υγείας των νοικοκυριών, στοιχείο που, σύμφωνα με την έρευνα, συνδέεται άμεσα με τη μείωση των εισοδημάτων και τη συρρίκνωση της δημόσιας κάλυψης.
Η έρευνα του ΚΕΠΥ-ΕΤΕΡΟΝ καταλήγει ότι η περίοδος 2010-2014 αποτέλεσε το καθοριστικό σημείο καμπής για το ΕΣΥ, καθώς τότε διαμορφώθηκαν οι βαθύτερες απώλειες σε πόρους, προσωπικό και ανθεκτικότητα, οι οποίες σημάδεψαν τη μετέπειτα πορεία του συστήματος.

