Την τελευταία της πνοή άφησε η διακεκριμένη ακαδημαϊκός
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, η διακεκριμένη βυζαντινολόγος και ακαδημαϊκός που σημάδεψε με την παρουσία της την ευρωπαϊκή πνευματική ζωή, έφυγε από τη ζωή τη σήμερα (16/2), σε ηλικία 99 ετών.
Γεννημένη το 1926 στην Αθήνα, η ίδια έγραψε ιστορία γινόμενη η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε πρυτανικά καθήκοντα στη Σορβόνη, ένα ορόσημο στην 700ετή πορεία του εμβληματικού πανεπιστημίου.
Το έργο της επικεντρώθηκε βαθιά στο Βυζάντιο, με πλήθος μελετών, βιβλίων και ερευνών που φώτισαν πτυχές της βυζαντινής ιστορίας, πολιτικής και πολιτισμού.
Παράλληλα με την ακαδημαϊκή της πορεία, συγκέντρωσε σημαντικές τιμητικές διακρίσεις σε διεθνές επίπεδο: ξεχωρίζει ο Μεγαλόσταυρος του Εθνικού Τάγματος της Τιμής στη Γαλλία, ενώ είχε λάβει ανάλογες υψηλές βραβεύσεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μέχρι τα βαθιά γεράματά της παρέμενε ενεργή, με παρεμβάσεις, απόψεις και παρουσία σε δημόσιες συζητήσεις, αποδεικνύοντας μια σπάνια πνευματική αντοχή και αφοσίωση.
Η απώλειά της αφήνει ένα κενό στον χώρο της ιστορίας και της βυζαντινής μελέτης, αλλά και στην ευρύτερη ελληνική διανόηση, καθώς υπήρξε μια οικουμενική φυσιογνωμία που συνδύασε ελληνική ρίζα με ευρωπαϊκή ακτινοβολία.
Βιογραφία
Γεννήθηκε στην Αθήνα από Μικρασιάτες γονείς. Πατέρας της ήταν ο Νίκος Γλύκατζης, Μικρασιάτης έμπορος και επιστάτης των κτημάτων της οικογενείας της μητέρας της, Καλλιρόης, το γένος Ψαλτίδη, η οποία προερχόταν από εύπορη οικογένεια της Προύσας. Αποφοίτησε από το Δ΄ Γυμνάσιο Αθηνών και σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στην Κατοχή εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και ήταν η υπεύθυνη μαθητριών του Παγκρατίου, υπό την καθοδήγηση του Χρήστου Πασαλάρη.
Κατά τα Δεκεμβριανά, ακολούθησε τον ΕΛΑΣ Αθηνών, στην υποχώρηση του από την Αττική και επέστρεψε στον Βύρωνα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.
Την περίοδο του 1950, ενώ ήταν φοιτήτρια του πανεπιστημίου, εργάστηκε ως γνώστρια της γαλλικής γλώσσας στον κύκλο της βασίλισσας Φρειδερίκης. Μετά την αποφοίτησή της από τη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (1949-1953).
Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1953 για να συνεχίσει τις σπουδές της. Δύο χρόνια μετά την άφιξή της, διορίσθηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (Γαλλία) (CNRS) και το 1964 έγινε διευθύντρια σπουδών του Κέντρου και το 1967 καθηγήτρια στη Σορβόννη.
Το 1966 έλαβε το δίπλωμα doctorat ès lettres, με τη μελέτη της για το Βυζάντιο και τη θάλασσα, που εκδόθηκε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Γαλλίας (Byzance et la mer, Παρίσι: Presses universitaires de France).
Διετέλεσε Διευθύντρια του Κέντρου Ιστορίας και Πολιτισμού του Βυζαντίου και της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, έγινε Αντιπρύτανις (1970-1973) και το 1976, Πρύτανις στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris I).
Ήταν η πρώτη γυναίκα Πρύτανης στην ιστορία των 700 χρόνων του Πανεπιστημίου της Σορβόννης αλλά και η πρώτη γυναίκα παγκοσμίως που είχε τέτοια θέση σε διεθνώς αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο.
Εκεί γνώρισε τον σύζυγό της, τον Ζακ Αρβελέρ (1918–2010), που ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού της Γαλλίας και ο οποίος καταγόταν από μεγαλοαστική οικογένεια του Παρισιού. Με τον Ζακ Αρβελέρ απέκτησε μία κόρη, την Μαρί-Ελέν.
Ήταν Πρόεδρος της Επιτροπής Ηθικής του Εθνικού Κέντρου για την Επιστημονική Έρευνα (Γαλλία), του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου των Δελφών (Ελλάδα) και Επίτιμη Πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών.
Επίσης, διετέλεσε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας, Πρύτανις της Ακαδημίας και Καγκελάριος των Πανεπιστημίων των Παρισίων, Πρόεδρος του Κέντρου Georges Pompidou-Beaubourg, Πρόεδρος του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης και Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου στο Παρίσι.
Ήταν ακόμη, μέλος του επιστημονικού εποπτικού συμβουλίου του Ιδρύματος Λαμπράκη και Επίτιμη Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Βυζαντινών Σπουδών.



