Η διακοπή του καπνίσματος φαίνεται να σχετίζεται με μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης άνοιας, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύεται από σημαντική αύξηση σωματικού βάρους. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Neurology» της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας.
Στην έρευνα συμμετείχαν περισσότεροι από 32.800 μεσήλικες και ηλικιωμένοι χωρίς διάγνωση άνοιας, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για περίπου δέκα χρόνια. Στόχος των επιστημόνων ήταν να διερευνήσουν τη σχέση ανάμεσα στο κάπνισμα, τις μεταβολές στο βάρος και τη γνωστική λειτουργία. Από τους συμμετέχοντες, το 20% κάπννιζε κατά τη διάρκεια της μελέτης, το 36% είχε διακόψει το κάπνισμα, ενώ το 43% δεν είχε καπνίσει ποτέ. Κάθε δύο χρόνια συλλέγονταν στοιχεία μέσω συνεντεύξεων σχετικά με τις καπνιστικές συνήθειες, το βάρος και τη γενική κατάσταση της υγείας τους.
Για τον εντοπισμό περιστατικών άνοιας, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τεστ αξιολόγησης μνήμης και σκέψης, ενώ συνέλεξαν και πληροφορίες από άτομα του στενού περιβάλλοντος των συμμετεχόντων σχετικά με αλλαγές στη μνήμη ή τη συμπεριφορά τους. Αφού συνυπολόγισαν παράγοντες όπως η ηλικία, η φυσική δραστηριότητα και η καρδιαγγειακή κατάσταση, διαπίστωσαν ότι όσοι είχαν σταματήσει το κάπνισμα εμφάνιζαν 16% χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας σε σχέση με όσους συνέχιζαν να καπνίζουν. Μάλιστα, όσο περισσότερα χρόνια περνούσαν από τη διακοπή, τόσο μειωνόταν ο κίνδυνος, φτάνοντας περίπου στα επίπεδα των μη καπνιστών επτά χρόνια αργότερα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το προστατευτικό όφελος παρέμενε και σε άτομα που είχαν πάρει έως πέντε κιλά μετά τη διακοπή του καπνίσματος. Αντίθετα, όσοι παρουσίασαν αύξηση βάρους δέκα κιλών ή περισσότερο δεν εμφάνιζαν αντίστοιχη μείωση στον κίνδυνο άνοιας. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η διακοπή του καπνίσματος συμβάλλει στη μακροχρόνια υγεία του εγκεφάλου, ωστόσο η σωστή διαχείριση του βάρους και συνολικά του τρόπου ζωής παραμένει καθοριστική για τη διατήρηση των γνωστικών λειτουργιών.
Παράλληλα, οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση μεταξύ διακοπής καπνίσματος και μείωσης του κινδύνου άνοιας, αλλά αναδεικνύουν μια ισχυρή συσχέτιση. Ως βασικό περιορισμό της μελέτης αναφέρουν επίσης ότι τα στοιχεία για το κάπνισμα και το βάρος βασίστηκαν σε προσωπικές δηλώσεις των συμμετεχόντων, χωρίς αντικειμενική επιβεβαίωση, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάζει την ακρίβεια των δεδομένων.
