Για όλους εμάς τα Τέμπη είναι η ιστορία του τραγικότερου σιδηροδρομικού εγκλήματος στην Ελλάδα. Για την κυβέρνηση, όμως, τα Τέμπη είναι η ιστορία της μεγάλης απόδρασης. Για να στεφθεί αυτή η απόδρασή της με απόλυτη επιτυχία πρέπει κρίσιμα κομμάτια της τραγωδίας να μείνουν αναπάντητα, με τις κατηγορίες να αιωρούνται στο κενό, αφού θα έχουν καταστραφεί πια όλες οι ελπίδες για διεξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
Η κυβέρνηση έχει ευθύνες απέναντι στους πολίτες, απέναντι στην αλήθεια, απέναντι στη Δικαιοσύνη. Ηδη καταφέρνει να «δραπετεύσει» σε μεγάλο βαθμό. Ακόμη και σήμερα οι βασικές ερωτήσεις παραμένουν αναπάντητες. Οι 57 νεκροί και οι οικογένειές τους εξακολουθούν να περιμένουν δικαίωση.
Ηταν η ίδια η κυβέρνηση που αυτοενοχοποιήθηκε προτού προλάβουν όλοι οι υπόλοιποι να συνειδητοποιήσουν τι είχε συμβεί. Ενώ οι διαδικασίες για τη διατήρηση του τόπου ενός δυστυχήματος και κάθε πιθανού στοιχείου είναι συγκεκριμένες στην Ελλάδα και τηρούνταν απαράβατα εδώ και χρόνια -παράδειγμα το 2005 η αεροπορική τραγωδία της Helios στο Γραμματικό, όπου ο τόπος διαφυλάχθηκε απ’ την πρώτη στιγμή και για πολλές εβδομάδες-, στα Τέμπη η κυβέρνηση έσπασε κάθε πρωτόκολλο. Για να μπαζώσει παρανόμως τον χώρο από τις πρώτες κιόλας ώρες.
Στριμωγμένη έπειτα, επικαλούνταν διάφορους λόγους για τη συνειδητή καταστροφή των στοιχείων που διέταξε μέσω πανικόβλητων e-mails, ακόμα και λόγους… βλακείας. Αλλά ποτέ δεν απάντησε, ούτε υποχρεώθηκε να λογοδοτήσει.
Αυτά τα τρία χρόνια που συμπληρώνονται σήμερα, αντί ολοκληρωμένης έρευνας έχουμε επικοινωνιακό πόλεμο παραπληροφόρησης, μαγειρεμένα επιστημονικά πορίσματα κατά παραγγελία, εξαφάνιση κρίσιμων στοιχείων, αντισυνταγματικές μεθοδεύσεις. Δεν υπάρχει κυβέρνηση στον κόσμο που θα ρίσκαρε να εκτεθεί τόσο βάναυσα και ντροπιαστικά, αν δεν είχε κάτι να κρύψει.
Η μοναδική προτεραιότητα του Μαξίμου είναι να γίνει μια δίκη στο «άψε σβήσε», που θα επιβεβαιώσει την αρχική ετυμηγορία Μητσοτάκη ότι έφταιγαν μόνο ο σταθμάρχης, συν δυο τρεις ακόμα χαμηλόβαθμοι και οι… διαχρονικές παθογένειες.
Το τελευταίο καταφύγιο ολόκληρης της κοινωνίας μετά τα Τέμπη ήταν η Δικαιοσύνη. Αλλά η ίδια η Δικαιοσύνη ξέχασε τον ρόλο της. Αντί να διασφαλίσει τις απαντήσεις, μετατράπηκε σε θεσμικό πλυντήριο ευθυνών και απόκρυψης της αλήθειας. Δεν όρισε πραγματογνωμοσύνες. Δεν έκανε ιατροδικαστικές. Επέτρεψε το άρον άρον μπάζωμα του χώρου και την καταστροφή κάθε στοιχείου. Ανέχτηκε την καταστροφή των δειγμάτων. Δεν διαφύλαξε τα γνήσια βίντεο κι αντ’ αυτού δέχτηκε κάποια πλαστά βίντεο που παραδόθηκαν μυστηριωδώς 2,5 χρόνια μετά. Κρίσιμα έγγραφα αφαιρούνται από τη δικογραφία ή δεν συμπεριλαμβάνονται, όπως αυτά που αποδεικνύουν ότι ο Καραμανλής διέπραξε ψευδορκία στην εξεταστική.
«Με πλησίασε ο κ. Σταμάτης ως εκπρόσωπος του Μητσοτάκη για να με ρωτήσει “τι χρειάζομαι”» κατήγγειλε αυτές τις μέρες η Καρυστιανού. «Ξέρω ότι συνάντησε όλους τους συγγενείς» πρόσθεσε, αλλά αυτό το έχει ήδη καταλάβει ολόκληρο το πανελλήνιο, βλέποντας κάποιες αλλοπρόσαλλες περιπτώσεις συγγενών που προσφέρθηκαν να χρησιμοποιηθούν ως γρανάζια σε ένα επικοινωνιακό παιχνίδι με στόχο τη συσκότιση.
Τα Τέμπη και η ακόλουθη ξεδιάντροπη μεθόδευση που συνεχίζεται λειτούργησαν σαν ιστορικό σοκ στην ελληνική κοινωνία. Για τους πολίτες το ζητούμενο παραμένει η Δικαιοσύνη. Αλλά η κυβέρνηση έχει αναγάγει την άρνηση της Δικαιοσύνης σε προσωπική της επιβίωση. Είναι αποφασισμένη να την αποφύγει με κάθε τρόπο.
Από τη στήλη «Η θέση μας» της «Δημοκρατίας»


