Στον δικό μας ελληνορθόδοξο τρόπο έχουμε δύο μεγάλες γιορτές: Χριστούγεννα και Ανάσταση. Ποια η διαφορά; Την κατάλαβα στρατιώτης στον Εβρο.
- Γιώργος Χατζηδημητρίου
Πρώτη Πρωτοχρονιά στο Ποτάμι κι έρχεται μπροστά μου ο ίλαρχος στην ίλη μου στη μονάδα, ένας Πειραιώτης μάγκας που, αν και αριστούχος στη σχολή, διάλεξε προς γενική έκπληξη των ανωτέρων του τα Τεθωρακισμένα από αγάπη, κουμπάρος, παρακαλώ, του υψιπετούς αεροπόρου Σιαλμά, που χάθηκε στα νερά του Αιγαίου, και μου λέει, μιας κι ήμουν «εξ αναβολής» και, κατά τεκμήριο, ο πιο «σεβάσμιος» εκεί μέσα, «Χάτζη, κανόνισε, σε παρακαλώ, να ξαναβρώ τη Δευτέρα τον θάλαμο στη θέση του»! «Εχεις τον λόγο μου» του είπα κι εγώ και δώσαμε μπεσαλίδικα τα χέρια.
Εχω φωτογραφία στο γύρισμα εκείνου του χρόνου. Μετράμε με όλη μας την ψυχή αντίστροφα τα δευτερόλεπτα για την αλλαγή κι από παντού εκσφενδονίζονται μπίρες κι είμαστε μέσα στους αφρούς! Φτάσανε μέχρι γόνατο εκείνο το βράδυ τα άδεια κουτάκια και οι ρετσίνες από το ΚΨΜ, αλλά την επομένη ο χώρος ήταν λαμπίκο! Μια μέρα ένοπλης ρουτίνας…
Το Πάσχα, εντούτοις, ήταν αλλιώς. Μας φώναξε παραμονή δυο τρία επαρχιωτάκια που ξέραμε από αυτά ο ίλαρχος της διπλανής ίλης που το ‘χε χρεωθεί, ένας ξερακιανός και πανέξυπνος βλάχος από τα Σέρρας -τα Σέρρας και όχι οι Σέρρες, με τους περίφημους ακανέδες, ειρήσθω, έχουν σημαντικό πληθυσμό γηγενών βλάχικης καταγωγής- και σουβλίσαμε 21 αρνιά με τα συνοδευτικά κοκορέτσια, για τον κόσμο των Φερών που θα ’ρχότανε την άλλη μέρα, της Λαμπρής, να γιορτάσει μαζί μας στο στρατόπεδο. Δεν ήταν το ίδιο όμως… Οι διαθέσεις ήταν υποτονικές. Και τίποτε δεν πήγαινε κάτω.
«Ρε ζαγάρια! Τραβάτε να φωνάξετε αυτό το κάθαρμα τον λοχία, τον Χάτζη, να καθίσει μαζί μας. Τόσον κόπο έκανε!» παρήγγειλε σε κάτι δικούς μου, από την ίδια σειρά, ο ίλαρχος. «Να του πείτε να μ’ αφήσει ήσυχο» τους είπα κι εγώ και πήγα μ’ ένα κρασάκι και τα τσιγάρα μου κι άλλαξα στη σκοπιά, αν και δεν είχα υπηρεσία, έναν άβγαλτο Αθηνέζο που οι γονείς του φρόντισαν και το πήρανε γρήγορα στο Πεντάγωνο προτού να φάει κάνα κόλλημα με την αφιλόξενη επαρχία.
Μεγάλη Πέμπτη, από μικρός, όπως και ολάκερη τη Μεγάλη Εβδομάδα, την έβγαζα πάντα στο στασίδι. Απορούσαν στον συνοικισμό στη μικρή μας πόλη, όπου βρήκαν απάγκιο οι δικοί μας και ριζώσανε. «Ρε, πώς γίνεται εσύ κομμουνιστής να πηγαίνεις στην εκκλησία;» με ρωτούσαν κάποιοι που τους έδινα θάρρος. «Μου τη βαράει η προδοσία του Ιούδα για τόσα λίγα!» απαντούσα κι εγώ και τους θύμιζα τα λόγια που αγνοούσαν αυτοί οι ντεμέκ θρήσκοι,
«Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο, καί ἀνόμοις κριταῖς, σέ τόν δίκαιον Κριτήν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τόν διά ταῦτα ἀγχόνῃ χρησάμενον, φεῦγε ἀκόρεστον ψυχήν τήν Διδασκάλῳ τοιαῦτα τολμήσασαν…».
Τα λόγια αυτά σκέφτομαι σήμερα, θα έπρεπε να τα αποστηθίσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Κι ύστερα να χωθεί στην πιο αθέατη κόχη μιας ταπεινής εκκλησιάς μήπως και νιώσει τη συντριβή για όσα προκάλεσε…
Από τη στήλη «Σχοινί κορδόνι» της «Δημοκρατίας»



