Εκτός προστασίας οι εγγυητές – Το κενό που αφήνει ο νόμος Κατσέλη
Αντιμέτωπη με ένα χρέος που δεν δημιούργησε η ίδια βρίσκεται σήμερα μια 62χρονη γυναίκα, η οποία καλείται να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της με οικονομική επιβάρυνση ύψους 65.000 ευρώ, εξαιτίας της απόφασής της πριν από περισσότερες από δύο δεκαετίες να εγγυηθεί δάνειο φίλης της.
Η υπόθεση ξεκινά το 2004, όταν η 62χρονη δέχθηκε να σταθεί ως εγγυήτρια σε δανειακή σύμβαση που έλαβε φίλη της, προκειμένου να καλύψει στεγαστικές ανάγκες. Η οικονομική κρίση που ακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα η δανειολήπτρια να αδυνατεί να εξυπηρετήσει το δάνειο, οδηγώντας την στην υπαγωγή στον νόμο Κατσέλη, μέσω του οποίου ρυθμίστηκε η οφειλή της και συνεχίζει μέχρι σήμερα να την αποπληρώνει.
Ωστόσο, η ίδια προστασία δεν επεκτάθηκε στην εγγυήτρια. Η 62χρονη δεν εντάχθηκε ποτέ στον νόμο Κατσέλη, καθώς, όπως προκύπτει, δεν είχε ενημερωθεί ότι όφειλε να υποβάλει αυτοτελή αίτηση για να προστατευθεί από την ευθύνη της ως εγγυήτριας για το υπόλοιπο της οφειλής που «κουρεύτηκε» για την πρωτοφειλέτρια.
Η εξέλιξη αυτή αποδείχθηκε καθοριστική. Παρά το γεγονός ότι η τράπεζα γνώριζε εξαρχής τα δικαιώματά της, δεν προχώρησε άμεσα σε ενέργειες. Αντιθέτως, μετά την πάροδο της οικονομικής κρίσης και τη λήξη της ισχύος του νόμου Κατσέλη, κοινοποίησε το 2022 διαταγή πληρωμής στην 62χρονη, δηλαδή 22 χρόνια μετά τη σύναψη του δανείου και 13 χρόνια μετά την ένταξη της δανειολήπτριας στη ρύθμιση. Με τη διαταγή αυτή ζητείται η εφάπαξ αποπληρωμή του ποσού που διαγράφηκε από το δικαστήριο για την πρωτοφειλέτρια, αλλά παρέμεινε σε εκκρεμότητα ως προς την εγγυήτρια.
Η προσπάθεια της 62χρονης να αμφισβητήσει τη διαδικασία
Η 62χρονη επιχείρησε να αμφισβητήσει τη διαδικασία, καταθέτοντας ανακοπή κατά της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής. Ωστόσο, το 2024 το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου απέρριψε το αίτημά της, κρίνοντας ότι όφειλε να γνωρίζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα του εγγυητή, καθώς και την ανάγκη να ενταχθεί και η ίδια σε καθεστώς ρύθμισης μετά την υπαγωγή της δανειολήπτριας στον νόμο Κατσέλη.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει μια κρίσιμη παράμετρο της νομοθεσίας: η προστασία του νόμου Κατσέλη είναι αυστηρά προσωποπαγής και δεν καλύπτει αυτομάτως τους εγγυητές. Όπως επισημαίνει ο δικηγόρος Χρήστος Σταυρίδης, «ο νόμος Κατσέλη εξασφαλίζει μόνο αυτούς που προσφεύγουν. Οσοι είναι εγγυητές, όπως σημειώνει, πρέπει να προσφεύγουν και οι ίδιοι σε ευνοϊκά πλαίσια ρύθμισης οφειλών, διαφορετικά κινδυνεύουν να βρεθούν σε δυσάρεστη θέση».
Με βάση το ισχύον πλαίσιο, ο εγγυητής ευθύνεται για το σύνολο της οφειλής, ανεξάρτητα από τη ρύθμιση που έχει επιτευχθεί για τον πρωτοφειλέτη. Έχει τη δυνατότητα να υποβάλει δική του αίτηση ρύθμισης, η οποία εξετάζεται με βάση τη δική του οικονομική κατάσταση, ενώ σε περίπτωση που αποπληρώσει την οφειλή, διατηρεί το δικαίωμα να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη.
Στην πράξη, όμως, για τη 62χρονη οι επιλογές είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Καθώς δεν εντάχθηκε στον νόμο Κατσέλη και δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει το ποσό, το χρέος παραμένει ενεργό και η τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για χρονικό διάστημα που μπορεί να φτάσει τις δύο δεκαετίες, όσο δηλαδή διαρκεί η παραγραφή των σχετικών απαιτήσεων.
Η καθημερινότητά της επηρεάζεται άμεσα, καθώς δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε νέο δανεισμό για βασικές ανάγκες, ενώ ο τραπεζικός της λογαριασμός περιορίζεται στο ακατάσχετο όριο. Το γεγονός ότι δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία λειτουργεί, υπό αυτές τις συνθήκες, ως ένας από τους λίγους παράγοντες που αποτρέπουν την άμεση λήψη κατασχετικών μέτρων.
Η κατοικία στην οποία διαμένει ανήκει στον σύζυγό της, γεγονός που δημιουργεί επιπλέον προβληματισμούς για το μέλλον, καθώς οποιαδήποτε μεταβίβαση θα πρέπει να γίνει με τρόπο που να μην εμπλέκει την ίδια, ώστε να αποφευχθούν ενδεχόμενες διεκδικήσεις λόγω της οφειλής.



