Αυξάνονται οι επώνυμες καταγγελίες παρενόχλησης, η οποία εκδηλώνεται κυρίως με ψυχολογικές και λεκτικές μορφές. Τι δείχνει έκθεση της Ανεξάρτητης Αρχής
Αύξηση κατά 43% παρουσίασαν το 2025 οι αιτήσεις εργατικών διαφορών που σχετίζονται με παραβίαση της νομοθεσίας για τη βία και την παρενόχληση στην εργασία. Η Ανεξάρτητη Αρχή Επιθεώρησης Εργασίας έδωσε στη δημοσιότητα την ετήσια έκθεσή της αναφορικά με την τήρηση του νόμου 4808 του 2021, ο οποίος για πρώτη φορά θέσπισε ένα συνεκτικό πλαίσιο προστασίας, ενσωματώνοντας στο εθνικό δίκαιο τη Σύμβαση 190 (C190) της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO).
Τα στοιχεία της έκθεσης επιβεβαιώνουν ότι η βία και η παρενόχληση στην εργασία εξακολουθούν να εκδηλώνονται κυρίως με ψυχολογικές και λεκτικές μορφές (79%), ενώ τα περιστατικά σωματικής βίας (15%) και σεξουαλικής παρενόχλησης (6%) εμφανίζονται σε χαμηλότερα ποσοστά.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη διαχρονικά αυξητική τάση υποβολής επώνυμων καταγγελιών για εργατικές διαφορές βίας και παρενόχλησης ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία καταγράφεται με συνέπεια όλα τα έτη ισχύος του προστατευτικού θεσμικού πλαισίου από το 2021. Συνολικά το 2025 καταγράφηκαν 455 αιτήσεις εργατικών διαφορών σχετικών με περιστατικά βίας και παρενόχλησης. Η εξέλιξη αυτή δεν αντανακλά μόνο την έκταση του φαινομένου, αλλά ταυτόχρονα επιδεικνύει αισιόδοξη αύξηση της ορατότητας, επιβεβαιώνοντας την ολοένα ενισχυόμενη αφύπνιση των εργαζομένων ως προς τα δικαιώματά τους, καθώς και την αυξανόμενη εμπιστοσύνη τους στους θεσμικούς μηχανισμούς προστασίας.
Εξαιρετικά ενθαρρυντικό είναι το διαχρονικά υψηλό ποσοστό επίλυσης των υποθέσεων μέσω της ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών. Το 37% των διαφορών επιλύθηκε με τη λήψη μέτρων συμμόρφωσης, ενώ ποσοστό 6% ματαιώθηκε, κυρίως λόγω ανακλητικών δηλώσεων έπειτα από επίτευξη συμφωνίας εν όψει της προγραμματισμένης συζήτησης, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο εξωδικαστικός αυτός μηχανισμός λειτουργεί ακόμα και σε πρώιμο στάδιο αποφασιστικά ως πεδίο επίλυσης και αυξάνει ουσιαστικά το συνολικό ποσοστό αποτελεσματικής διαχείρισης σε επίπεδα άνω του 40%.
Επίσης, το ότι η πλειονότητα των περιστατικών (73%) εντοπίζεται σε σχέσεις κάθετης ιεραρχικής εξάρτησης υπογραμμίζει τη σημασία της ιεραρχικής ισχύος ως κρίσιμου παράγοντα εκδήλωσης τέτοιας φύσεως παραβατικών συμπεριφορών. Η αύξηση κατά 8% (21,8% έναντι 14% το 2024) καταγγελιών από τις νεότερες ηλικίες (25-34 ετών) αναδεικνύει την αύξηση του θάρρους με αντίστοιχη μείωση της ανοχής και της σιωπής των νέων απασχολούμενων, απέναντι στις απαξιωτικές και προσβλητικές συμπεριφορές στους χώρους εργασίας.
Σημαντική είναι και η μεταβολή στη σύνθεση των καταγγελλομένων προσώπων. Το 2025 οι γυναίκες αντιστοιχούν στο 38% των καταγγελλομένων, έναντι 30% το 2024, ενώ οι άνδρες παραμένουν πλειονότητα με 62%. Αξιοσημείωτη είναι η για πρώτη φορά καταγραφή σεξουαλικής παρενόχλησης μεταξύ γυναικών (10%), καθώς και από άνδρα προς άνδρα (11%), γεγονός που ενισχύει την ανάγκη προσέγγισης του φαινομένου κυρίως ως ζήτημα παραβίασης της προσωπικής αξιοπρέπειας στον εργασιακό χώρο, ανεξαρτήτως φύλου των εμπλεκομένων.
Στην έκθεση για το 2025 εισάγεται για πρώτη φορά η έννοια του δείκτη παραβατικότητας, ο οποίος διαμορφώνεται στο 9%, με σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων και υψηλότερες τιμές που αγγίζουν το 23% σε επιμέρους δραστηριότητες, όπως οι υπηρεσίες υγείας και η διαχείριση ακινήτων, τα κέντρα αισθητικής και τα κομμωτήρια, οι νομικές και λογιστικές δραστηριότητες.



