Επανέναρξη της δίκης για το θάνατο του Μαραντόνα
Η υπόθεση του θανάτου του Ντιέγκο Μαραντόνα επανέρχεται στο προσκήνιο, με την επανέναρξη της δίκης σε βάρος επτά μελών της ιατρικής του ομάδας, που κατηγορούνται για ανθρωποκτονία από αμέλεια.
Η διαδικασία ξεκινά εκ νέου σχεδόν έναν χρόνο μετά την ακύρωση της αρχικής δίκης, η οποία είχε διακοπεί λόγω διαδικαστικών προβλημάτων.
Η εκδίκαση λαμβάνει χώρα στο Σαν Ισίδρο, κοντά στο Μπουένος Άιρες, όπου το δικαστήριο αναμένεται να εξετάσει περίπου 100 μάρτυρες. Η υπόθεση εστιάζει στις συνθήκες θανάτου του Αργεντινού αστέρα, ο οποίος πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 2020, σε ηλικία 60 ετών, από καρδιακή ανακοπή, κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής του από εγχείρηση στον εγκέφαλο για την αφαίρεση θρόμβου.
Στο εδώλιο βρίσκονται, μεταξύ άλλων, ο νευροχειρουργός Λεοπόλδο Λούκε και η ψυχίατρος Αγκουστίνα Κοσατσόβ, ενώ η νοσηλεύτρια Νταϊάνα Μαδρίδ πρόκειται να δικαστεί σε ξεχωριστή διαδικασία. Η υπεράσπιση απορρίπτει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει ποινική ευθύνη.
Η πρώτη δίκη, η οποία είχε ξεκινήσει τον Μάρτιο του 2025, κατέληξε σε αδιέξοδο μετά την παραίτηση μίας εκ των δικαστών, μετά τη δημοσιοποίηση βίντεο που την εμφάνιζε να συμμετέχει σε ντοκιμαντέρ εντός της δικαστικής αίθουσας, παραβιάζοντας τους σχετικούς κανονισμούς.
Με την επανεκκίνηση της διαδικασίας, τόσο η κατηγορούσα αρχή όσο και η υπεράσπιση καλούνται να αναθεωρήσουν τη στρατηγική τους, λαμβάνοντας υπόψη το αποδεικτικό υλικό που είχε ήδη παρουσιαστεί, όπως φωτογραφίες, ηχητικά ντοκουμέντα και ιατροδικαστικές εκθέσεις.
Οι εισαγγελικές αρχές υποστηρίζουν ότι η ιατρική ομάδα παρέβη βασικά πρωτόκολλα περίθαλψης, περιγράφοντας τις συνθήκες νοσηλείας στο σπίτι του Μαραντόνα ως «θέατρο φρίκης», όπου δεν του παρασχέθηκε η αναγκαία φροντίδα.
Αντίθετα, οι κατηγορούμενοι επιμένουν ότι ο θάνατός του ήταν αναπόφευκτος, επικαλούμενοι τη βεβαρημένη κατάσταση της υγείας του και το ιστορικό εξαρτήσεων.
Οι διώξεις ασκήθηκαν το 2021, μετά το πόρισμα ιατρικής επιτροπής που έκανε λόγο για «ανεπαρκή, ελλιπή και απερίσκεπτη» αντιμετώπιση. Σε περίπτωση καταδίκης, οι εμπλεκόμενοι αντιμετωπίζουν ποινές κάθειρξης που κυμαίνονται από 8 έως 25 έτη.



