Βαρύτατες εγκληματικές ευθύνες ανακύπτουν για τους αρμοδίους της Πολιτικής Προστασίας που… έστειλαν στην πύρινη κόλαση δύο ήρωες πυροσβέστες οι οποίοι απανθρακώθηκαν αβοήθητοι στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην εστία του μετώπου της φωτιάς, στην Κρύα Βρύση Ρεθύμνου.
Αν και γνώριζαν εδώ και ήμερες ότι θα επικρατούσαν από χθες μέχρι και το Σάββατο άνεμοι έντασης 8 μποφόρ και το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης είχε σημάνει «πορτοκαλί συναγερμό»… στα χαρτιά, στην πράξη δεν έκαναν τίποτα, οδηγώντας στον θάνατο δύο πυροσβέστες. Εναν 25χρονο πενταετούς υποχρέωσης και έναν 50χρονο συμβασιούχο από το κλιμάκιο της Αγίας Φωτεινής Αμαρίου, οι οποίοι εστάλησαν στην πρώτη γραμμή με ένα όχημα ακατάλληλο για τέτοιες ακραίες συνθήκες, καλούμενοι να αντιμετωπίσουν ανέμους που άγγιζαν ακόμη και τα 11 μποφόρ, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων και εκπροσώπων των τοπικών Αρχών.
Καθώς κατευθύνονταν προς το μέτωπο της Κρύας Βρύσης, στον κεντρικό δρόμο προς τις Μέλαμπες, κοντά στα Σαχτούρια, η βίαιη αναστροφή του αέρα προκάλεσε πλήρη αποπροσανατολισμό. Μέσα στους πυκνούς, αποπνικτικούς καπνούς, η ορατότητα μηδενίστηκε, με αποτέλεσμα οι δύο πυροσβέστες να εγκλωβιστούν και να βρουν τραγικό θάνατο εντός του υπηρεσιακού τους οχήματος. Από τη λαίλαπα τραυματίστηκαν επίσης ελαφρά δύο πολίτες που συνέδραμαν στην κατάσβεση.
Το χρονικό της εφιαλτικής αυτής ημέρας αποτυπώνει την απόλυτη οργή της φύσης πάνω στη νότια ακτογραμμή του Αγίου Βασιλείου. Ο δήμαρχος Αγίου Βασιλείου Γιάννης Ταταράκης περιέγραψε με μελανά χρώματα την κατάσταση: «Η φωτιά είναι ανεξέλεγκτη. Το μέτωπο είναι τεράστιο, έφτασε μέχρι τα παράλια σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Τα εναέρια μέσα στάλθηκαν δύο φορές, αλλά λόγω των αναταράξεων γύρισαν πίσω», υπογραμμίζοντας πως η συνεχής αλλαγή της φοράς του ανέμου καθιστά την προσέγγιση εξαιρετικά επικίνδυνη.
Η ραγδαία εξέλιξη της πυρκαγιάς επέβαλε την άμεση ενεργοποίηση των πρωτοκόλλων έκτακτης ανάγκης, με το 112 να εκπέμπει αλλεπάλληλες ειδοποιήσεις για εκκενώσεις έξι οικισμών. Από τα σπίτια τους απομακρύνθηκαν κάτοικοι από την Κρύα Βρύση, τα Σαχτούρια, τους Μέλαμπες, τον Αγιο Γεώργιο, τον Αγιο Παύλο και την Τριόπετρα.
Παράλληλα, στη θαλάσσια ζώνη του Αγίου Παύλου, πλωτά σκάφη του Λιμενικού και ιδιώτες απεγκλώβισαν 17 άτομα από τις ακτές, την ώρα που ο Δήμος Φαιστού προετοίμαζε το κλειστό γυμναστήριο των Μοιρών για τη φιλοξενία των εκτοπισμένων. Εκεί αναμένεται να μεταφερθούν και πολλοί από τους 2.000 ξένους τουρίστες που παραθέριζαν σε οικισμούς του Ρεθύμνου.
Στην καρδιά του μετώπου η απόγνωση περίσσευε. Ο πρόεδρος της κοινότητας Κρύας Βρύσης Σήφης Βαβουράκης αποτύπωσε σε δηλώσεις του χθες το απόγευμα την εικόνα: «Το κακό έγινε εδώ στην Κρύα Βρύση, μέσα στον κεντρικό δρόμο για Μέλαμπες. Εκεί συνέβη, εκεί εγκλωβίστηκαν. Είναι πάρα πολύ δύσκολη η κατάσταση. Καίει προς Αγιο Παύλο, προς Μέλαμπες, παντού. Μιλάμε για μέτωπο πάνω από 15 χιλιόμετρα. Δεν είδαμε τα εναέρια μέσα λόγω ανέμου. Επικρατούν τρομεροί άνεμοι. Ο,τι μπορούμε να γλιτώσουμε, σπίτια και ζωές».
Ο κοινοτάρχης πρόσθεσε πως κατά τις προσπάθειες κατάσβεσης δύο πολίτες που είχαν σπεύσει εθελοντικά τραυματίστηκαν ευτυχώς ελαφρά.
Εξαιτίας των δυνατών ανέμων δεν ήταν δυνατή η κατάσβεση με εναέρια μέσα και η φωτιά συνέχισε να προχωρά ανελέητα, με αποτέλεσμα το μέτωπο να φτάσει τα 20 χιλιόμετρα. Οι πύρινες γλώσσες έφτασαν στις αυλές σπιτιών, με τις πρώτες αναφορές αργά χθες το βράδυ να κάνουν λόγο για τουλάχιστον δέκα σπίτια που έγιναν παρανάλωμα του πυρός.
Τη βαθύτατη θλίψη τους για την τραγική απώλεια των δύο ηρώων πυροσβεστών εξέφρασαν η πολιτειακή ηγεσία και τα κόμματα, με την αντιπολίτευση να ζητά να αποδοθούν ευθύνες. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τασούλας, τόνισε πως «έπεσαν στον βωμό του καθήκοντος», υπενθυμίζοντας «το βαρύ τίμημα που καταβάλλουν όσοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή». Ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, Νίκος Δένδιας, εξέφρασε τη «βαθύτατη θλίψη του για την απώλεια εν ώρα καθήκοντος», ενώ ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, αφού εξέφρασε τα συλλυπητήριά του για τους νεκρούς πυροσβέστες στο Ρέθυμνο και τον νεκρό εργαζόμενο στα Εξαμίλια, υπογράμμισε πως «πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις για τη βελτίωση των ελέγχων ασφαλείας της εργασίας».

