Σοβαρά ερωτήματα σχετικά με το επίπεδο ασφάλειας των αστυνομικών επικοινωνιών, αλλά και την προστασία των πολιτών, προκαλούν οι καταγγελίες που έρχονται στο φως σχετικά με τη λειτουργία του Κέντρου Επιχειρήσεων στη ΓΑΔΑ και τη λεγόμενη «σιγή ασυρμάτου».
Σύμφωνα με όσα μεταφέρουν αστυνομικοί που βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή, η λήξη της σχετικής σύμβασης για τα συστήματα επικοινωνίας έχει οδηγήσει σε σοβαρή υποβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων, δημιουργώντας συνθήκες που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν ως «τεχνολογικό μεσαίωνα». Οι επιπτώσεις, όπως επισημαίνουν, δεν περιορίζονται σε τεχνικό επίπεδο, αλλά επηρεάζουν άμεσα την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των επιχειρήσεων.
Οι περιγραφές που καταγράφονται είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Όπως καταγγέλλεται, με τη χρήση απλών ασυρμάτων του εμπορίου, κακοποιοί έχουν τη δυνατότητα να «εισβάλλουν» στις συχνότητες της αστυνομίας. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να αποκτούν σε πραγματικό χρόνο πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες, όπως εντολές που εκδίδονται από το Κέντρο Επιχειρήσεων, τις ακριβείς τοποθεσίες περιπολικών, αλλά ακόμη και στοιχεία ταυτότητας αστυνομικών που επιχειρούν στο πεδίο.
Εξαιρετικά επίκινδυνο περιβάλλον
Η εικόνα που περιγράφεται παραπέμπει σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, όπου ευαίσθητες επιχειρησιακές πληροφορίες ενδέχεται να καθίστανται προσβάσιμες σε οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα. Οι ίδιοι οι αστυνομικοί κάνουν λόγο για έναν «αόρατο αλλά θανάσιμο κίνδυνο», υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Το βάρος της συγκεκριμένης δυσλειτουργίας φαίνεται να πέφτει κυρίως στις μάχιμες υπηρεσίες της Αττικής, όπως η Άμεση Δράση, η ΔΙ.ΑΣ., η ΔΡΑΣΗ και η Ο.Π.Κ.Ε., οι οποίες καλούνται να επιχειρούν σε περιοχές αυξημένης επικινδυνότητας. Σε αυτές τις συνθήκες, η έλλειψη ασφαλών επικοινωνιών δημιουργεί, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, μια κατάσταση επιχειρησιακής «τύφλωσης».
Οι αστυνομικοί επισημαίνουν ότι την ίδια στιγμή που οι ίδιοι αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς στα μέσα που διαθέτουν, εγκληματικές ομάδες φαίνεται να αξιοποιούν τεχνολογικά εργαλεία που τους δίνουν συγκριτικό πλεονέκτημα. Η ανισορροπία αυτή, όπως τονίζεται, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο τόσο για τους ίδιους τους ένστολους όσο και για την αποτελεσματική διαχείριση περιστατικών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ένστολοι εκπέμπουν σαφές σήμα κινδύνου, ζητώντας την άμεση παρέμβαση της Πολιτείας για την αποκατάσταση ενός ασφαλούς και αξιόπιστου συστήματος επικοινωνιών. Όπως υπογραμμίζουν, η ανάγκη για ουσιαστική λύση είναι επιτακτική, καθώς το ζήτημα δεν αφορά μόνο την επιχειρησιακή λειτουργία της αστυνομίας, αλλά συνδέεται άμεσα με τη δημόσια ασφάλεια.


