Στον στρατιωτικό εισαγγελέα οδηγούνται σήμερα οι τέσσερις συλληφθέντες για τη δολοφονία του 27χρονου, γιου ανώτατου αξιωματικού της ΕΛ.ΑΣ., στον Άγιο Δημήτριο, την ώρα που η κοινή γνώμη παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα την υπόθεση.
Κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης είναι ένας 20χρονος, ο οποίος φέρεται να είναι ο δράστης της ανθρωποκτονίας. Μαζί του κατηγορούνται ένας 18χρονος φίλος του, που βρισκόταν στο σημείο την ώρα του περιστατικού, καθώς και δύο νεαρές γυναίκες για υπόθαλψη δράστη. Η μία από τις γυναίκες είναι η σύντροφος του 20χρονου, ενώ η άλλη διατηρεί σχέση με τον 18χρονο.
Καθοριστικής σημασίας για την εξιχνίαση της υπόθεσης αποδείχθηκαν τα ευρήματα από το κινητό τηλέφωνο του 27χρονου θύματος. Οι συνομιλίες που εντοπίστηκαν αποκάλυψαν έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στους δύο άνδρες, η οποία φαίνεται να σχετιζόταν με προσωπικές διαφορές και συγκεκριμένα με μια γυναίκα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η σύντροφος του 20χρονου είχε δεχθεί στο παρελθόν μηνύματα από το θύμα, με το οποίο διατηρούσε προηγούμενη σχέση, πριν αυτή λήξει και εκείνη συνάψει νέα σχέση με τον φερόμενο ως δράστη.
Οι αρχές, αξιολογώντας το περιεχόμενο των επικοινωνιών, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η συνάντηση μεταξύ των δύο ανδρών δεν ήταν τυχαία, αλλά οργανώθηκε με στόχο να «διευθετηθούν» οι μεταξύ τους διαφορές. Ωστόσο, η συνάντηση αυτή εξελίχθηκε σε αιματηρή σύγκρουση.
Σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα, ο 20χρονος φέρεται να επιτέθηκε στον 27χρονο με μαχαίρι, καταφέρνοντάς του θανατηφόρο πλήγμα στην καρδιά. Η ιατροδικαστική εξέταση καταγράφει επιπλέον τραύματα στον λαιμό και στο κεφάλι, στοιχείο που υποδηλώνει την ένταση και τη βιαιότητα της επίθεσης. Στο σημείο της δολοφονίας βρισκόταν και ο 18χρονος φίλος του κατηγορούμενου, ο οποίος φέρεται να έγινε αυτόπτης μάρτυρας της επίθεσης.
Οι αστυνομικές αρχές κάνουν λόγο για ένα ραντεβού «θανάτου», εκτιμώντας ότι ο δράστης είχε μεταβεί στη συνάντηση έχοντας ήδη στην κατοχή του μαχαίρι και με πρόθεση να επιτεθεί. Μετά τη δολοφονία, οι δύο νεαροί αποχώρησαν από το σημείο χρησιμοποιώντας όχημα, χωρίς να επιχειρήσουν να ζητήσουν βοήθεια ή να ειδοποιήσουν τις Αρχές.
Αντίθετα, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, κατευθύνθηκαν σε άλλο σημείο όπου συνάντησαν τις συντρόφους τους. Στη συνέχεια, και οι τέσσερις μαζί μετέβησαν σε κλειστό χώρο, πιθανότατα δωμάτιο ή οικία, όπου παρέμειναν για άγνωστο χρονικό διάστημα, επιδεικνύοντας συμπεριφορά που οι αρχές χαρακτηρίζουν ενδεικτική προσπάθειας αποστασιοποίησης από το έγκλημα που είχε μόλις διαπραχθεί.
Η στάση αυτή βρίσκεται στο μικροσκόπιο των αρχών, καθώς εξετάζεται σοβαρά το ενδεχόμενο να υπήρξε προσπάθεια συγκάλυψης ή αποφυγής εντοπισμού του δράστη, στοιχείο που οδήγησε και στην απαγγελία κατηγοριών για υπόθαλψη.


