Η Δικαιοσύνη οφείλει να κάνει το χρέος της με βάση τον νόμο και τη συνείδησή της, αγνοώντας τα όποια θέλγητρα των εξουσιαστών που επιδεικνύουν και προβάλλουν. Είναι θέμα αυτοσεβασμού και αίσθηση του σπουδαίου καθήκοντος
Ναι, υπάρχει έλλειμμα, ανεξάρτητης από την εκτελεστική εξουσία Δικαιοσύνης. Πασιφανές. Ουδείς μπορεί να αντιλέξει. «Η αχίλλειος πτέρνα της Ελλάδας εντοπίζεται στην έλλειψη ανεξάρτητης Δικαιοσύνης». Ο ορισμός, διορισμός της ηγεσίας της από την κυβέρνηση με κριτήρια προσωπικά και συνήθως ιδιοτελή κατ’ ανάγκη. Μόνο επί Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε επιλεγεί ως πρόεδρος του Αρείου Πάγου ο Δημήτρης Σκούμπης, εν γνώσει του ότι δεν ανήκε στην ίδια παράταξη, κι είχε τύχει της γενικής αποδοχής.
Εκτοτε οι επιλογές της δικαστικής ηγεσίας, με τις γνωστές εξαιρέσεις, τυγχάνει να προέρχονται από τον ίδιο κομματικό πολιτικό χώρο. Κι αυτό δημιουργεί πρόσθετες τριβές και καχυποψία. Το δε γεγονός του διορισμού των λίγων δικαστών, μετά την αφυπηρέτησή τους σε θέσεις του Δημοσίου, δημιουργεί σαφείς υπόνοιες συναλλαγής, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, αλλά και ευλόγων παραπόνων από τους συναδέλφους τους, που εκτίθενται και αδίκως διαπομπεύονται κι αυτοί, ως μη έδει.
Ως συνήθως, η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Η καχυποψία διευρύνεται και επεκτείνεται και σε άλλους η προσμονή, όταν πλησιάζουν στη σύνταξη. Δικαίως ή και αδίκως. Ο δικαστής, ιερή έννοια, όταν δικάζει, διαχειρίζεται τα πολυτιμότερα αγαθά του πολίτη κι έχει θεϊκή εξουσία. Δεν δικάζει κατά την εικαζομένη βούληση των κυβερνώντων, όπως δίνεται η εντύπωση σε δίκες με πολιτικό ενδιαφέρον και είναι αρκετές.
Οπως συμβαίνει με την πρωτοφανή υπόθεση των υποκλοπών, που δικαίως διαμαρτύρονται για την ενέργεια του εισαγγελέα του Α.Π. να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση μετά τα νέα στοιχεία του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και των χυδαίων επιθέσεων κατά της Ευρωπαίας εισαγγελέως, του εγκλήματος των Τεμπών με συνεχή κι ασυγχώρητα λάθη κι εκτιμήσεις που γεννούν πολλά αναπάντητα ερωτήματα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία κράτους δικαίου. Πώς τα διαχειρίζεται είναι το ζητούμενο.
Ο αληθινός δικαστής θα εξετάσει και θα ερευνήσει, με άτεγκτη αυστηρότητα, αν δεν έπραξε κατά φιλία, έχθρα, φόβο ή προς ιδιαιτέρα τινά ωφέλεια ή για άλλη παραπλήσια αιτία και μετά θα προχωρήσει στην εκπλήρωση της μεγάλης αποστολής του, την απονομή της δικαιοσύνης. Η συνείδησή του δεν επιτρέπει συνήθως παρεκβάσεις από το έργο του. Υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις σε μια κοινωνία που βάλλεται και βάλλει και μπάζει γύρωθεν κι η εμπιστοσύνη έχει χαθεί σε μεγάλο βαθμό, με ευθύνη όλων και κυρίως όσων έχουν την τύχη της χώρας στα χέρια τους. Η καθαρότητα ή μη αντανακλά στη χώρα και στους πολίτες που αγωνιούν για Δικαιοσύνη.
Την αναζητούν σε δίκες, εκτός των δικαστικών αιθουσών με αυτόκλητους δικαστές και εισαγγελείς, σε πρωινές και μεσημεριανές εκπομπές προς τέρψιν των τηλεθεατών και σε βάρος της απονομής δικαιοσύνης. Το αίσθημα της δικαιοσύνης είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη παρουσία. Με την ανάγκη για κάθαρση και αποκατάσταση της ισορροπίας. Από τις θεοκρισίες και το φυσικό δίκαιο φτάσαμε στο θετό δίκαιο και στους εκφραστές της ελεύθερης σχολής του δικαίου, που ζήτησαν μεγαλύτερο χώρο ελευθερίας για τον δικαστή, ως δημιουργό νέου δικαίου.
Το δίκαιο αρχίζει να υπάρχει μαζί με την πολιτικά οργανωμένη κοινωνία. Κι έκτοτε το σύστημα δικαίου βελτιώνεται και βασίζεται στην καταστατική Αρχή του απαραβίαστου της ανθρώπινης αξίας. Στον κοινωνικό ανθρωπισμό. Στον άνθρωπο που αναζητεί το δίκιο του. Πάσχει κι αγωνίζεται. Πολλά έχουν επιτευχθεί κι εναπόκειται στον δικαστή να φτάσει στην υψηλή αποστολή του, υπείκοντας στη συνείδησή του και στον νόμο. Και μόνο. Χωρίς φόβο και πάθος. Δεν τα καταφέρνει πάντα. Πολλές οι προκλήσεις του καιρού που ζούμε. Μέσα σε έναν κυκεώνα νομοθετικών ρυθμίσεων και νυκτόβιων τροπολογιών και αντιφατικών ρυθμίσεων, πολυπλοκότητας και ασάφειας, προσπαθούν να απονείμουν δικαιοσύνη.
Ο Σόλων πίστευε στη σπουδαία παιδαγωγική αποστολή των νόμων και των δικαστηρίων σε αντίθεση με άλλους που αντέτειναν ότι μοιάζουν με ιστό της αράχνης, που μόνο κουνούπια και μύγες συλλαμβάνει, ενώ οι πλούσιοι κι ισχυροί σκίζουν τον ιστό και φεύγουν. Κυρίως, όμως, να αποκτήσουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στην οποία προσβλέπουν και από την οποία προέρχονται. Μην το ξεχνάμε.
Και η σεμνότητα είναι το διακριτικό αυτής της εξουσίας και η συναίσθηση της δύναμής της, από την οποία θα αντλήσει θάρρος κι επίγνωση της αποστολής του ο δοκιμαζόμενος πολίτης, ιδιαίτερα ο αδύναμος. Αίροντας την καχυποψία που πλανάται. Η Δικαιοσύνη, όμως, είναι ανθρώπινη και δικαιούται να σφάλλει. Κατ’ εξαίρεση. Κι όχι κακοπροαίρετα. Μόνο η Θεία Δικαιοσύνη είναι αλάθητη.
Μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη; Αρχαιόθεν; Στις άδικες δίκες, γράφει ο Ησίοδος, όπου υψώνεται ο θρήνος της Δικαιοσύνης, την οποία διασύρουν άνδρες δωροκηθέντες, εκδίδοντας αποφάσεις μέσα από στρεψόδικες διαδικασίες. Διεκτραγωδεί δε ο Ομηρος στην Ιλιάδα «καθώς κάτω από λαίλαπα πλημμυρίζει όλη η γη, μέρα φθινοπωριάτικη, όταν ακατάσχετο ρίχνει νερό ο Δίας, οργισμένος με εκείνους τους άνδρες που αυθαίρετα στην αγορά κρίνουν με στρεβλές αποφάσεις, στραπατσάροντας τη Δικαιοσύνη και μη λογαριάζοντας τους θεούς που βλέπουν».
Πάντα συνέβαιναν και πάντα καταδικάζονταν από θεούς κι ανθρώπους. Μόλυναν τον τόπο, την ατμόσφαιρα, την πολιτική και κοινωνική ζωή. Ηταν απόβλητοι, καταδικασμένοι στη συνείδηση των πολιτών, των θεών. Τους έπρεπε βιολογικός θάνατος κι ήταν προτιμότερος από την κατακραυγή και το ανάθεμα της κοινωνίας.
Ο Σωκράτης απέκρουε το φαινόμενο του εξουσιαστή που απέβλεπε στο προσωπικό συμφέρον και μετά πίστευε στην αναγκαιότητα υπακοής στους νόμους. «Οταν οι νόμοι είναι αντίθετοι στην έννοια της δικαιοσύνης, τότε αποβάλλουν την ισχύ τους και τότε οι νομικοί οφείλουν να βρουν το θάρρος να αρνηθούν τον χαρακτήρα τους ως κανόνων δικαίου».
Χρειάζεται κυρίως η συμβολή της Πολιτείας που οφείλει να αναθεωρήσει τον τρόπο επιλογής της δικαστικής ηγεσίας. Και να ψηφίζει νόμους, όχι αγεληδόν, που να εμπνέουν σεβασμό και να σπρώχνει την κοινωνία να σκέφτεται ηθικά κι έντιμα, με πρότυπα διαφορετικά. Κι ασφαλώς η Δικαιοσύνη να κάνει το χρέος της με βάση τον νόμο και τη συνείδησή της, αγνοώντας τα όποια θέλγητρα των εξουσιαστών που επιδεικνύουν και προβάλλουν. Είναι θέμα αυτοσεβασμού και αίσθηση του σπουδαίου καθήκοντος.
*Πρώην πρόεδρος ΔΣΑ




