Τους επόμενους μήνες ο κυρίαρχος λαός πρέπει να απαντήσει με το πιο ισχυρό όπλο που γέννησε η ελληνική οικιακή οικονομία
Η μεγάλη ώρα της λαϊκής ετυμηγορίας πλησιάζει. Οι κάλπες σιμώνουν και μαζί τους καταφτάνει το πιο γλυκό, το πιο λιπαρό, το πιο λυτρωτικό κομμάτι της πολιτικής ζωής του τόπου: οι προεκλογικές «συζητήσεις». Ετσι βαφτίζουν τώρα οι σεσημασμένοι πολιτικάντηδες τις μαζώξεις των ιθαγενών, όπου κάθε υποψήφιος εθνοπατέρας και κάθε εθνομητριά (που θυμήθηκαν τις λαϊκές γειτονιές κατόπιν εορτής) θα προσέλθουν για να πουλήσουν φύκια για μεταξωτές κορδέλες με το κιλό και ελπίδα με τον τόνο.
Ομως, προσοχή. Φέτος δεν θα είμαστε οι παθητικοί θεατές του θεάτρου του παραλόγου. Τους επόμενους μήνες ο κυρίαρχος λαός πρέπει να απαντήσει με το πιο ισχυρό όπλο που γέννησε η ελληνική οικιακή οικονομία. Τάπερ αδειανά, πανέτοιμα να γεμίσουν. Επί τέσσερα χρόνια, αυτοί οι τύποι μάς πίνουν το αίμα μας με φόρους, ακρίβεια και διάφορα «pass» των 50 ευρώ (που, πριν μας τα «δώσουν», πάλι εμείς τα πληρώνουμε και με το παραπάνω).
Τώρα που είναι απελπισμένοι και αποφασισμένοι να ξοδέψουν μπόλικα για να επανεκλεγούν και να βγάλουν περισσότερα, είναι η δική μας σειρά για συμψηφισμό. Το σχέδιο είναι απλό, απόλυτα εφαρμόσιμο: Αντιγράφουμε τη δική τους λιγουροφροσύνη. Δεν ξεχωρίζουμε κόμματα, χρώματα και ιδεολογίες. Πηγαίνουμε σε ΟΛΕΣ τις εκδηλώσεις. Δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, σοσιαλιστές και «πατριώτες» της αρπαχτής, όλοι έχουν δικαίωμα στην επίσκεψή μας, αρκεί να έχει το μενού δωρεάν μπουφέ ή κέρασμα σε καφενείο, καφετέρια, ψησταριά.
Ο χρυσός κανόνας του ψηφοφόρου: Μπαίνει με ύφος σκεπτόμενου πολίτη, ακούει το λογύδριο για την «ανάπτυξη» και, με το που ακουστεί το τελευταίο χειροκρότημα, ορμά σαν ούλτρα εκπαιδευμένος καταδρομέας στον μπουφέ. Τρωγοπίνουμε τον άμπακο. Κατεβάζουμε τα κρασιά, τις μπίρες, τα αναψυκτικά, εξαφανίζουμε τα πιροσκί, καταβροχθίζουμε τα τυροπιτάκια, τις «μπόμπες» με τα τριγωνικά σάντουιτς με τόνο και μαγιονέζα. Και όταν οι άλλοι χαζολογάνε ή φλερτάρουν, εμείς ανοίγουμε τη βαθιά τσάντα.
Βγάζουμε το ευλογημένο πλαστικό σκεύος και καβατζώνουμε όσο περισσότερο φαΐ μπορούμε. Το κεφτεδάκι του υποψηφίου είναι το δικό μας μέρισμα από την ανάπτυξη. Δεν υποτιμάμε τίποτα. Μαζεύουμε βουλιμικά ό,τι δίνουν. Στιλό; Στην τσέπη. Καπελάκια; Για τον ήλιο στο κτήμα. Μαρκαδόρους, ντοσιέ, μπλοκάκια, αναπτήρες; Τα παίρνουμε όλα και φύγαμε! Οπως ακριβώς κάνουν κι αυτοί μέσα σε μία τετραετία με τα κρατικά κονδύλια. Κάνουμε αφαίμαξη στα αναλώσιμα.
Και όταν πλησιάσει ο υποψήφιος, με εκείνο το γλοιώδες, προεκλογικό χαμόγελο των καλοακονισμένων δοντιών, για να μας σφίξει το χέρι; Εκεί εφαρμόζουμε τη μέθοδο του μεγάλου σογιού. «Κύριε βουλευτά μου, είμαστε μαζί σου. Το μεγάλο σόι μου, 60 άτομα στην ίδια περιφέρεια, θα ψηφίσει δαγκωτό». Εχετε, δεν έχετε σόι, εσείς τάξτε δεκάδες ψήφους. Στο φινάλε, η υπόσχεση είναι δωρεάν. Αυτοί μας το έμαθαν τόσο καλά.
Για τους πιο προχωρημένους υπάρχει και η ανώτατη βαθμίδα του προεκλογικού τζαμπατζιλικιού. Φτιάχνετε μια παρέα με 5-6 μυημένους φίλους, αλληλέγγυους στο πνεύμα της λεηλασίας βουλευτικών αποθεμάτων. Παίρνετε τηλέφωνο το πολιτικό γραφείο του υποψηφίου: «Θέλουμε να κάνουμε μια μάζωξη στο σπίτι, να μαζευτούμε ψηφοφόροι να σας ακούσουμε, αλλά, ξέρετε, οι καιροί είναι δύσκολοι… Μπορείτε να καλύψετε τα έξοδα της συγκέντρωσης;»
Θα τρέξουν σαν τρελοί. Οι πιο χαϊχλίδογλου θα στείλουν catering, ποτά, αναψυκτικά. Οι λοιποί θα σπρώξουν κάνα πενηντάρικο. Καλό είναι κι αυτό. Θα φαγοπιείτε με την παρέα σας στην υγειά του κορόιδου, θα τον ακούσετε να βγάζει έναν πεντάλεπτο λόγο στο σαλόνι και μετά θα τον αποχαιρετήσετε με μια θερμή χειραψία κι ένα κλείσιμο του ματιού. Ο εχθρός είναι αδίστακτος, αλλά το τάπερ είναι ανίκητο. Νυν υπέρ πάντων ο αγών!
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»

