Από τον Νίκο Σώκο
Η Καταστροφή των Ψαρών, συντελέστηκε τον Ιούνιο του 1824 και αποτελεί μία από τις πιο αιματηρές, δραματικές και ταυτόχρονα ηρωικές σελίδες του Αγώνα για την Εθνική Ανεξαρτησία. Κατά το τέταρτο έτος της Εθνικής Παλιγγενεσίας, η στρατηγική σύμπραξη του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ με τον υποτελή του Μεχμέτ Αλή Πασά της Αιγύπτου έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τα ναυτικά προπύργια των επαναστατών. Καθώς οι ελληνικές δυνάμεις είχαν υποστεί βαρύτατη φθορά και αποσυντονισμό εξαιτίας των καταστροφικών εσωτερικών εμφύλιων συρράξεων που ξεκίνησαν το 1823, οι Οθωμανοί βρήκαν την ευκαιρία να εφαρμόσουν ένα σχέδιο ολοκληρωτικού εκμηδενισμού.
Οι Τουρκοαιγύπτιοι έδωσαν πρωταρχική σημασία στις κατά θάλασσα επιχειρήσεις, αναγνωρίζοντας ότι αν δεν εξουδετερώνονταν οι ναυτικές βάσεις των Ελλήνων, δεν θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν οι προσπάθειές τους στην ξηρά. Έτσι, αποφασίστηκε ο μεν αιγυπτιακός στόλος υπό τον Χουσεΐν να προσβάλει την Κάσο, ο δε τουρκικός υπό τον Χοσρέφ Πασά να καταστρέψει ολοσχερώς τα Ψαρά. Η εντολή του Σουλτάνου προς τον Χοσρέφ ήταν ξεκάθαρη, τα Ψαρά έπρεπε να εξαφανιστούν από τον χάρτη, ως εκδίκηση για τα ανυπέρβλητα προβλήματα που προξενούσαν στον οθωμανικό στόλο.
Τα Ψαρά πριν από την καταστροφή
Πριν από την αποφράδα ημέρα του 1824, τα Ψαρά, παρά το μικρό τους μέγεθος στα βορειοδυτικά της Χίου, αποτελούσαν έναν ακμάζοντα τόπο με σπουδαία θαλασσινή παράδοση. Είχαν αναδειχθεί δικαιωματικά στην τρίτη ναυτική δύναμη της επαναστατημένης Ελλάδας, αμέσως μετά την Ύδρα και τις Σπέτσες. Το νησί αποτελούσε τη γενέτειρα και το ορμητήριο ονομαστών πυρπολητών, όπως ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο Παπανικολής και ο Πιπίνος, οι οποίοι είχαν σκορπίσει τον τρόμο στους Οθωμανούς.
Οι Ψαριανοί είχαν εγκολπωθεί τον Αγώνα από τις πρώτες κιόλας ημέρες της Επανάστασης. Η σπίθα άναψε στο νησί στις 10 Απριλίου 1821, όταν έφτασε εκεί από τις Σπέτσες ο πλοίαρχος Γκίκας Τσούπας. Μόλις δέκα ημέρες αργότερα, στις 20 Απριλίου, ψαριανά πλοία κατευθύνθηκαν στη Σμύρνη, όπου βύθισαν ένα τουρκικό πλοίο και συνέλαβαν άλλα τέσσερα, μεταφέροντάς τα ως λάφυρα στο νησί. Το επόμενο διάστημα, ο ψαριανός στόλος ανέπτυξε έντονη επιχειρησιακή δράση στον Θερμαϊκό κόλπο και στον κόλπο του Κουσάντασι, καταστρέφοντας και αιχμαλωτίζοντας εχθρικά σκάφη.
Η ναυτική προσφορά των Ψαρών στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης ήταν έντονη, με συμμετοχή σε κοινές εκστρατείες με την Ύδρα και τις Σπέτσες στη Χίο, αποστολή πλοίων στην Ίμβρο και εκδίωξη του οθωμανικού στόλου έξω από τις ακτές της Λέσβου. Τον Φεβρουάριο του 1822, ο ελληνικός στόλος, με συνδιοικητή τον Ψαριανό ναύαρχο Νικόλαο Αποστόλη, αντιμετώπισε με επιτυχία τα εχθρικά πλοία στον Πατραϊκό κόλπο. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, ο Κωνσταντίνος Κανάρης πέτυχε ένα από τα πιο συγκλονιστικά κατορθώματα του Αγώνα, ανατινάζοντας την τουρκική ναυαρχίδα στα παράλια της Χίου, παίρνοντας εκδίκηση για τη σφαγή του γειτονικού νησιού, ενώ λίγους μήνες αργότερα ανατίναξε και την οθωμανική αντιναυαρχίδα στην Τένεδο. Τον Ιούνιο του 1823, με επίσημη απόφαση της «Βουλής των Ψαρών», οργανώθηκε τολμηρή εκστρατεία κατά την οποία καταλήφθηκε το Τσανταρλί στη Μικρά Ασία. Λόγω αυτής της έντονης δραστηριότητας, το νησί είχε μετατραπεί σε ένα ασφαλές καταφύγιο, καθώς εκτός από τους 7.000 μόνιμους ντόπιους κατοίκους, στα Ψαρά είχαν βρει προστασία περισσότεροι από 23.000 πρόσφυγες από τη Χίο, τις ακτές της Μικράς Ασίας και άλλα μέρη της Ελλάδας.
Μια σειρά από ολέθρια λάθη
Η διαρκής και επιθετική δράση των Ψαριανών εξόργισε τον Σουλτάνο, ο οποίος έθεσε σε κίνηση μια γιγαντιαία πολεμική μηχανή για την εξόντωσή τους. Οι Ψαριανοί, έχοντας πληροφορηθεί τις προετοιμασίες του εχθρού, ειδοποίησαν επανειλημμένως την ελληνική κυβέρνηση και κυρίως τους Υδραίους, εκλιπαρώντας για την άμεση αποστολή του εθνικού στόλου και πολεμοφοδίων. Η ελληνική διοίκηση επέδειξε εγκληματική απροθυμία και βραδύτητα, η οποία πήγαζε από τις βαθιές, διαχρονικές αντιζηλίες και τους τοπικιστικούς ανταγωνισμούς ανάμεσα στα τρία ναυτικά νησιά. Ακόμη και όταν το Εκτελεστικό διαβεβαίωσε ψευδώς τους Ψαριανούς στις 17 Ιουνίου ότι ο στόλος είχε αποπλεύσει για να τους βοηθήσει, η αλήθεια ήταν ότι οι ναυτικές δυνάμεις είχαν εντολή να κατευθυνθούν προς την Κάσο, αφήνοντας τα Ψαρά ανυπεράσπιστα.
Μπροστά στην απομόνωση, οι παράγοντες του νησιού συγκεντρώθηκαν στις 8 Ιουνίου και έλαβαν μια παρορμητική, αλλά ιστορικά ολέθρια απόφαση, επιλέγοντας να μην πολεμήσουν στη θάλασσα, αλλά να περιορίσουν τον αγώνα αποκλειστικά στην ξηρά. Μετέφεραν τα κανόνια από τα πλοία τους στις παράκτιες οχυρώσεις και με απόλυτη αυταπάρνηση, αφαίρεσαν τα πηδάλια από τα πλοία τους για να εμποδίσουν οποιαδήποτε σκέψη φυγής. Η ενέργεια αυτή αχρήστευσε ολοκληρωτικά τη ναυτική τους ισχύ, καθηλώνοντας τα πυρπολικά και τον στόλο σε πλήρη απραξία, ενώ παρέλειψαν να απομακρύνουν έγκαιρα τα γυναικόπαιδα από το νησί. Η αμυντική δύναμη των Ψαρών ανερχόταν πλέον σε περίπου 3.000 άνδρες, αποτελούμενη από 1.300 Ψαριανούς, 700 παροίκους και 1.027 έμπειρους Μακεδόνες και Θεσσαλούς μισθοφόρους υπό τον οπλαρχηγό Ιωάννη Τσόντζα.
Το χρονικό της οθωμανικής επίθεσης
Στις 16 Ιουνίου 1824, μια πρώτη αναγνωριστική μοίρα από 15 τουρκικά πλοία εμφανίστηκε στον κάβο του Αγίου Γεωργίου, στο νότιο μέρος του νησιού, προκειμένου να κατασκοπεύσει τις ελληνικές θέσεις, αλλά απομακρύνθηκε μετά από πυρά των αμυνόμενων. Δύο ημέρες αργότερα, στις 18 Ιουνίου, ο Γάλλος πλοίαρχος ενός πολεμικού σκάφους μετέφερε στους Ψαριανούς πρόταση του ναυάρχου Χοσρέφ Πασά να εγκαταλείψουν το νησί και να μετοικήσουν αλλού, η οποία απορρίφθηκε με υπερηφάνεια. Το απόγευμα της 20ης Ιουνίου, ο κύριος όγκος του οθωμανικού στόλου, που αποτελείτο από τουλάχιστον 176 έως 235 πλοία και μετέφερε περίπου 12.000 στρατιώτες, απέπλευσε από το Σίγρι της Λέσβου και προσέγγισε τα Ψαρά, σφυροκοπώντας με τα κανόνια του τα ψαριανά πυροβολεία στον όρμο Κάναλο.
Οι πρώτες απόπειρες των Τούρκων να αποβιβαστούν εκεί το ίδιο βράδυ και τα ξημερώματα της 21ης Ιουνίου αποκρούστηκαν με επιτυχία από τους Έλληνες. Ωστόσο, η έκβαση της μάχης κρίθηκε από έναν ελιγμό, καθώς χρησιμοποιώντας ως προπέτασμα τον πυκνό καπνό από τους συνεχείς κανονιοβολισμούς, οι Τούρκοι κατάφεραν να αποβιβάσουν κρυφά ένα μέρος του στρατεύματός τους σε έναν διπλανό όρμο, τον Ερινό. Εξουδετερώνοντας την ολιγάριθμη ελληνική φρουρά, οι οθωμανικές δυνάμεις στράφηκαν προς τα νώτα των αμυνόμενων στον Κάναλο, εγκλωβίζοντάς τους ανάμεσα σε δύο πυρά. Μετά από σκληρή μάχη αρκετών ωρών, οι Τούρκοι επικράτησαν, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μαζική απόβαση του στρατού, ο οποίος άρχισε να επελαύνει προς τη Χώρα. Στο Φτελιό, οι Έλληνες διέθεταν ισχυρά κανόνια, τα οποία όμως ήταν σταθερά στραμμένα προς τη θάλασσα και όταν οι Τούρκοι εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά από την ξηρά, οι υπερασπιστές δεν πρόλαβαν να τα στρέψουν, πολεμώντας με απαράμιλλο σθένος μέχρι την τελική ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης τους.
Η σφαγή
Η είσοδος των οθωμανικών στρατευμάτων στη Χώρα σηματοδότησε την έναρξη της θηριωδίας, καθώς οι εισβολείς άρχισαν να σφάζουν αδιακρίτως τον άμαχο πληθυσμό. Ο Ρώσος πρόξενος στα Ψαρά, Γ. Κομνηνός, προσπάθησε να σώσει δεκάδες γυναικόπαιδα συγκεντρώνοντάς τα στην οικία του και υψώνοντας τη ρωσική σημαία, όμως οι Τούρκοι παραβίασαν το άσυλο, κατέσφαξαν τους πάντες και σκότωσαν και τον ίδιο τον πρόξενο. Στις ακτές χιλιάδες άνθρωποι έσπευσαν να σωθούν στα λίγα πλοία από τα οποία δεν είχαν αφαιρεθεί τα πηδάλια, με αποτέλεσμα πολλά πλοιάρια να ανατραπούν από το υπερβολικό βάρος, παρασύροντας τους επιβαίνοντες στον πνιγμό. Πολλές Ψαριανές μητέρες, κρατώντας τα παιδιά τους στην αγκαλιά, έπεφταν εσκεμμένα στα κύματα και πνίγονταν για να μην πέσουν στα χέρια των Οθωμανών, ενώ άλλες πήραν τα όπλα και έπεσαν μαχόμενες.
Μόνη εστία οργανωμένης αντίστασης απέμεινε το Παλαιόκαστρο, μια οχυρή θέση νοτιοδυτικά της Χώρας, όπου υπήρχε φρούριο με τείχος πέντε μέτρων γύρω από δύο εκκλησίες και δύο πυριτιδαποθήκες. Εκεί κατέφυγαν οι εναπομείναντες στρατιώτες και πλήθος γυναικών και παιδιών, αποφασίζοντας να πολεμήσουν μέχρι θανάτου. Οι αμυνόμενοι απάντησαν στους κανονιοβολισμούς και απέκρουσαν τις εφόδους περίπου 6.000 Τούρκων. Το απόγευμα της 22ας Ιουνίου, όταν η αμυντική γραμμή έσπασε και το φρούριο πλημμύρισε από εχθρούς, ο Αντώνιος Βρατσάνος έβαλε φωτιά στη μεγάλη πυριτιδαποθήκη όπου είχαν συγκεντρωθεί τα γυναικόπαιδα. Η τρομακτική έκρηξη που ακολούθησε συγκλόνισε το νησί, παρασύροντας στον θάνατο τους Έλληνες αλλά και εκατοντάδες εισβολείς, ενώ τη δεύτερη πυριτιδαποθήκη ανατίναξε ο αρχιφύλακας του κανονιοστασίου Σιδέρης. Παράλληλα, οι Τούρκοι χρειάστηκαν πέντε ολόκληρες ημέρες για να κάμψουν τη λυσσαλέα αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών στις δυτικές νησίδες Άγιος Νικόλαος και Δασκαλιό, όπου τελικά οι οπλαρχηγοί Μαμούνης και Βελισσάριος ανατίναξαν την εναπομείνασα πυρίτιδα.
Η προσπάθεια ανακατάληψης
Μετά την ολοκλήρωση της σφαγής, ο ναύαρχος Χοσρέφ Πασάς έστειλε ως μακάβριο δώρο στον Σουλτάνο τα κομμένα κεφάλια εκατοντάδων Ελλήνων, 1.200 αυτιά και τις σημαίες του νησιού, και στη συνέχεια απέπλευσε για τη Μυτιλήνη. Η είδηση της καταστροφής συγκλόνισε την επαναστατημένη Ελλάδα και με πρωτοβουλία του Υδραίου προκρίτου Λάζαρου Κουντουριώτη, συγκροτήθηκε ταχύτατα ισχυρός στόλος από 51 πλοία υπό τους ναυάρχους Ανδρέα Μιαούλη και Γεώργιο Σαχτούρη. Τα ξημερώματα της 3ης Ιουλίου 1824, ο ελληνικός στόλος έφτασε στα Ψαρά και πραγματοποιώντας άμεση απόβαση με 1.500 άνδρες, εξουδετέρωσε τη φρουρά των Τουρκαλβανών, καταλαμβάνοντας όλες τις οχυρές θέσεις και το Παλαιόκαστρο.
Ο Μιαούλης καταδίωξε τα εχθρικά πλοία και στα ανοιχτά της Χίου συνήψε μια σφοδρή ναυμαχία που διήρκησε 5 ώρες, κατά την οποία η ελληνική νίκη υπήρξε συντριπτική, με τις απώλειες του εχθρού να ξεπερνούν τους 1.000 άνδρες. Παρά τη λαμπρή ναυτική νίκη, η επιχείρηση στην ξηρά κατέρρευσε λόγω της έλλειψης πειθαρχίας, καθώς ναύτες και πλοίαρχοι, αντί να εξουδετερώσουν τους εναπομείναντες Τουρκαλβανούς, επιδόθηκαν σε εκτεταμένο πλιάτσικο, αρπάζοντας κανόνια, τρόφιμα και εμπορεύματα. Η διαταγή του Μιαούλη να θεωρηθούν τα κανόνια εθνική περιουσία αγνοήθηκε πλήρως και η διαμάχη για τη μοιρασιά της λείας παρέλυσε την πειθαρχία του στόλου. Στις 7 Ιουλίου, όταν εμφανίστηκε μια νέα οθωμανική μοίρα, ελάχιστα ελληνικά πλοία πειθάρχησαν στις διαταγές και έτσι, στις 10 Ιουλίου 1824, ο Μιαούλης αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία και να αποχωρήσει, αφήνοντας το νησί οριστικά στα χέρια των Οθωνάνων.
Η προσφυγιά
Τα Ψαρά μετατράπηκαν σε μια απέραντη, έρημη και καμένη γη, με τη δημογραφική κατάρρευση του νησιού να παραμένει μόνιμη, καθώς ο πληθυσμός του έκτοτε δεν ξεπέρασε ποτέ ξανά τους 1.000 κατοίκους. Από τους 30.000 ανθρώπους, οι 18.000 έως 20.000 σφαγιάστηκαν ή πουλήθηκαν ως σκλάβοι, ενώ οι διασωθέντες σκορπίστηκαν ως ρακένδυτοι πρόσφυγες στα νησιά του Αιγαίου. Ο κύριος όγκος κατέφυγε αρχικά στις Σπέτσες, όπου συγκρότησαν την πενταμελή «Επιτροπή των Ψαριανών», λαμβάνοντας ελάχιστη οικονομική και υλική βοήθεια από την ελληνική διοίκηση.
Καθώς δεν τους επιτράπηκε η μόνιμη εγκατάσταση στις Σπέτσες, μετακινήθηκαν προσωρινά στο φρούριο της Μονεμβασιάς, όπου όμως ξέσπασε θανατηφόρα επιδημία, αναγκάζοντάς τους να διασκορπιστούν ξανά προς τις Κυκλάδες. Στη Σύρο, 274 ψαριανές οικογένειες δημιούργησαν τη δική τους συνοικία, τα «Ψαριανά», ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά, συναντώντας όμως την αντίδραση των Αθηναίων. Λόγω της απόλυτης ανέχειας, ορισμένοι Ψαριανοί στράφηκαν στην πειρατεία, γεγονός που προκάλεσε τη βίαιη παρέμβαση των ξένων δυνάμεων και της ίδιας της Επιτροπής των Ψαρών για την καταστροφή των πειρατικών σκαφών. Η αναζήτηση μόνιμης πατρίδας υπήρξε μακρά, περιλαμβάνοντας υπομνήματα προς τον βασιλιά της Γαλλίας για παραχώρηση εκτάσεων στην Κορσική, μέχρι που το 1831 έγινε δεκτό το αίτημά τους για παραχώρηση της περιοχής της Αρχαίας Ερέτριας. Ο επίσημος εποικισμός ολοκληρώθηκε το 1847, με την περιοχή να μετονομάζεται σε Νέα Ψαρά. Το ιστορικό νησί παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία για σχεδόν έναν αιώνα, μέχρι τις 21 Οκτωβρίου 1912, όταν απελευθερώθηκε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και ενσωματώθηκε οριστικά στον εθνικό κορμό.
Η θυσία των Ψαρών συγκλόνισε την Ευρώπη, ενίσχυσε το κίνημα του Φιλελληνισμού και χάλκευσε το πνεύμα της εθνικής ενότητας, αποτελώντας πηγή έμπνευσης για την παγκόσμια τέχνη και λογοτεχνία. Ο Ανδρέας Κάλβος συνέθεσε την περίφημη ωδή «Εις Ψαρά», ο Αλέξανδρος Ραγκαβής και ο Γεώργιος Τερτσέτης ύμνησαν τον ηρωισμό τους, ενώ ο Θεόδωρος Αλκαίος, αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής, συνέγραψε το έργο «Η άλωσις των Ψαρών». Στις εικαστικές τέχνες, οι εμβληματικοί πίνακες του Νικολάου Γύζη αποτύπωσαν αιωνιώς το μέγεθος της τραγωδίας. Στη συλλογική μας μνήμη ο ηρωισμός των ψαριανών χαράχτηκε μέσα από τους στίχους του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, ο οποίος το 1825 συνέθεσε το περίφημο επίγραμμά του:
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
περπατώντας η Δόξα μονάχη,
μελετά τα λαμπρά παλικάρια
και στην κόμη στεφάνι φορεί
γεναμένο από λίγα χορτάρια
που είχαν μείνει στην έρημη γη.