Η μαζική αποχή των δικαστών εκθέτει την κυβέρνηση και μετατρέπει τη διαδικασία σε προσχηματικό θέατρο
Η διαδικασία επιλογής της νέας ηγέτιδας ομάδας του Αρείου Πάγου στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής εξελίχθηκε σε ένα πρωτοφανές θεσμικό φιάσκο, αποκαλύπτοντας το βαθύ ρήγμα και την έντονη δυσφορία που σοβεί στους κόλπους της ανώτατης Δικαιοσύνης.
Η μαζική και συντονισμένη άρνηση της πλειονότητας των προσκληθέντων δικαστικών λειτουργών να προσέλθουν στην ακρόαση δεν αποτελεί μια απλή σύμπτωση προσωπικών κωλυμάτων, αλλά μια ηχηρή πράξη θεσμικής απαξίωσης απέναντι σε μια διαδικασία που, στα μάτια πολλών, έχει μετατραπεί σε προσχηματική βιτρίνα προειλημμένων κυβερνητικών αποφάσεων.
Η αποδόμηση της διαδικασίας αποτυπώνεται ανάγλυφα στα νούμερα, καθώς από τους συνολικά 27 ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, δηλαδή αντιπροέδρους και αρεοπαγίτες, που είχαν κληθεί, όπου μόλις 11 αποφάσισαν τελικά να περάσουν το κατώφλι της Βουλής.
Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο ζοφερή, αν εστιάσει κανείς στους εννέα αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, όπου η πλειοψηφία επέλεξε τη θεσμική αποστασιοποίηση, με τους πέντε εξ αυτών να μην προσέρχονται και να αποστέλλουν επιστολές αποχής, επικαλούμενοι ανυπέρβλητα προσωπικά εμπόδια ή λόγους επετηρίδας.
Πίσω όμως από τις διπλωματικές και τυπικές δικαιολογίες, η επιστολή – καταπέλτης του αντιπροέδρου Αθανάσιου Θεοφάνη ήρθε να τινάξει στον αέρα το κυβερνητικό αφήγημα περί αξιοκρατικής και αδιάβλητης επιλογής.
Ο κ. Θεοφάνης δεν μάσησε τα λόγια του, καταγγέλλοντας δημόσια ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης φωτογραφίζει ήδη τον εκλεκτό του, επιθυμώντας την κάλυψη της θέσης από πρόσωπο με μεγάλο υπόλοιπο θητείας.
Με τη δήλωσή του αυτή, ο ανώτατος δικαστής εξέθεσε ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση, αναδεικνύοντας τις κραυγαλέες αντιφάσεις της σε σχέση με τα περσινά της κριτήρια και επιβεβαιώνοντας την αίσθηση ότι η διαδικασία στη Βουλή λειτουργεί ως ένα… κακοστημένο θέατρο.
Αυτή η απροθυμία των δικαστών να συμμετάσχουν αναδεικνύει την εγγενή παθογένεια ενός συστήματος, όπου η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων έχει απλώς συμβουλευτικό και γνωμοδοτικό χαρακτήρα.
Από τη στιγμή που τον τελικό και απόλυτο λόγο για την ηγεσία της Δικαιοσύνης τον έχει, βάσει του Συντάγματος, το Υπουργικό Συμβούλιο, οι ανώτατοι δικαστές αρνούνται πλέον να νομιμοποιήσουν με την παρουσία τους ένα πολιτικό φίλτρο.
Κατανοούν ότι η ακρόασή τους δεν αποσκοπεί στην πραγματική αξιολόγηση, αλλά στην παροχή ενός πέπλου θεσμικής νομιμότητας σε αποφάσεις που λαμβάνονται στο Μέγαρο Μαξίμου.
Η κρίση αυτή, ωστόσο, δεν τελειώνει εδώ, καθώς το σκηνικό της θεσμικής έντασης αναμένεται να μεταφερθεί τις επόμενες ημέρες στην ακρόαση των αντιεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, προκειμένου να επιλεγεί ο αντικαταστάτης του υπό συνταξιοδότηση Εισαγγελέα Κωνσταντίνου Τζαβέλλα.
Το μεγάλο ερώτημα που πλέον αιωρείται είναι αν οι εισαγγελικοί λειτουργοί θα επιλέξουν τον δρόμο της συμβιβαστικής συνύπαρξης ή αν θα ακολουθήσουν το παράδειγμα των συναδέλφων τους, βαθαίνοντας το ρήγμα και στέλνοντας ένα ακόμη πιο ξεκάθαρο μήνυμα στην εκτελεστική εξουσία ότι η Δικαιοσύνη δεν δέχεται να χειραγωγείται.
